Από τον
ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ(και αποσπάσματα βιογραφιών σοσιαλιστών ηγετών, που έχει γράψει ο συγγραφέας
ΒΛΑΣΗΣ ΡΑΣΣΙΑΣ).
Το πρώτο πράγμα που έμαθα στη
σοσιαλιστική - δημοκρατική Αριστερά ήταν, ότι είμαστε τόσο πατριώτες όσο και διεθνιστές! Πατριώτες και διεθνιστές στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες που δίνουμε, τόσο μέσα στην πατρίδα μας, όσο και στο πλευρό των ανά τον κόσμο συντρόφων μας, που αγωνίζονται για ελευθερία, δημοκρατία, εθνική ανεξαρτησία.
Και αυτό ήταν αυτονόητο για όλους μας τότε στο ΠΑΣΟΚ! Γι' αυτό και το ΠΑΣΟΚ ήταν πάντα κοντά στην
Παλαιστίνη, στη
Νικαράγουα ακόμα και στον
κουρδικό αγώνα.
Από το 1996 και μετά όμως, όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν. Και όχι μόνο μέσα στο ΠΑΣΟΚ, που ασχολούνταν μόνο με τον... εκσυγχρονισμό, αλλά και στην άλλη Αριστερά και ειδικά στον τότε Συνασπισμό, ο οποίος σαν να αλώθηκε εντελώς από απόψεις περίεργες. Δεν θα πω περισσότερα για αυτά, τα αναφέρει ο
Μίκης Θεοδωράκης στις πρόσφατες επιστολές του με απόλυτη σαφήνεια.
Υπάρχει όμως ένα σημαντικό ιδεολογικό θέμα εδώ, που πρέπει να λυθεί: Ήταν οι πατέρες του Σοσιαλισμού και της Αριστεράς πατριώτες ή όχι; Θα μας απαντήσουν οι ίδιοι, μέσα από τα κείμενα και τις πράξεις τους:
Εουζέν Π
ροτό (Eugène Louis Charles Protot, Carisey Yonne, 27 Ιανουαρίου 1839 – Paris, 17 Φεβρουαρίου 1921). Γάλλος νομικός και επαναστάτης, οπαδός του Μπλανκί, τέκτονας και στέλεχος της «Κομμούνας του Παρισιού».
ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣΌπως και οι άλλοι επιζήσαντες «κομμουνάροι», ο Προτό επέστρεψε στο Παρίσι το 1880, με την πολιτική αμνηστία που χορηγήθηκε εκείνη την χρονιά έπειτα από αίτημα του μόλις αποφυλακισμένου και θρυλικού πια
Μπλανκί στον Γαμβέττα και πολιτικές πιέσεις του τελευταίου, όμως δεν μπόρεσε να γίνει ξανά δεκτός στον δικηγορικό σύλλογο («Conseil de l’ ordre des avocats»). Παρ’ όλο που έζησε έκτοτε σε μεγάλη οικονομική ανέχεια,
αγωνίστηκε για 15 περίπου χρόνια ενάντια στην τότε προέλαση των μαρξιστών και των διεθνιστών μέσα στον αριστερό πολιτικό χώρο και την εμμονή τους στο προφίλ του απάτριδος αριστερού, την εποχή ακριβώς που ο ιδρυτής του πολιτικού σιωνισμού Χερτζλ (Theodor Herzl, ή Binyamin Ze'ev Herzl, ή Herzl Tivadar 1860 - 1904) έδινε το σύνθημα για ισραηλιτική πατρίδα («Der Judenstaat», Ζυρίχη, 1988). Τον Αύγουστο του 1889 έθεσε δίχως επιτυχία υποψηφιότητα για την έδρα του θανόντος κομμουνάρου Félix Pyat (1810 - 1889) απέναντι στον προσχωρήσαντα στον Μαρξισμό πρώην εργατιστή «ιακωβίνο»
Zυλ Γκεσντ (Jules Bazile Guesde, 1845 - 1922,), ενώ πριν λίγες εβδομάδες είχε επίσης εναντιωθεί στην από τους γερμανούς κυρίως μαρξιστές της «Δεύτερης Διεθνούς» καθιέρωση της παγκόσμιας Εργατικής Πρωτομαγιάς και ιδιοποίηση του θανάτου των αναρχικών του Σικάγου, τονίζοντας ότι
«μόνον οι θρησκείες στηρίζονται στην διαστρέβλωση των νοημάτων και στο μαρτυρολόγιο».Στα πλαίσια αυτού ακριβώς του αγώνα του, εξέδωσε την πρωτομαγιά του 1892 και την πρωτομαγιά του 1893 τις δύο μπροσούρες του με τίτλο 1ο και 2ο
«Μανιφέστο της Επαναστατικής Κομμούνας προς τους εργαζόμενους της Γαλλίας» («Manifeste de la Commune Révolutionnaire aux travailleurs de France») και στο δεύτερο κατήγγειλε ιδιαίτερα τον πρώην συναγωνιστή του, γεννημένο στην Κούβα γαλλοεβραίο γαμπρό του Μαρξ Πωλ Λαφάργκ (Paul Lafargue, 1842 - 1911), ως σύμμαχο του Χριστιανισμού και της άκρας Δεξιάς και πρώτο
«εισηγητή του αντι-πατριωτισμού στην Γαλλία» («introducteur de l’anti-patriotisme en France» ).
Στην ίδια κατεύθυνση ήταν και ένα ακόμη μανιφέστο του προς τον λαό της Μασσαλίας («Manifeste au peuple de Marseille») στις 20 Σεπτεμβρίου 1892. Στο τέλος του δεύτερου «Μανιφέστου της Επαναστατικής Κομμούνας προς τους εργαζόμενους της Γαλλίας», ο Προτό ύψωνε τις μεγάλες εορτές της γαλλικής δημοκρατικής εποποιϊας (14 Ιουλίου, 10 Αυγούστου και 22 Σεπτεμβρίου) απέναντι στην πρωτομαγιά των γερμανών μαρξιστών και καλούσε τους συμπατριώτες του εργάτες να μην συμμετάχουν στις «γερμανικές εορτές» («Travailleurs de France! N' allez pas aux Fetes allemandes!»).
Με το αργό σβήσιμο του «Μπλανκισμού», αλλά και της πατριωτικής Αριστεράς, στα μέσα της δεκαετίας του 1890 ο Προτό κατέληξε τελικά στο
«Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα» («Parti Socialiste Francais», PSF, 1899 - 1905) των «ποσιμπιλιστών» του
Ζαν Ζωρές (Jean Léon Jaurès, 1859 - 1914), όπου μάλιστα μεσολάβησε για την εγγραφή σε αυτό του λιβανέζου «οθωμανιστή» συγγραφέα
Φαρίντ Κασάμπ (Farid Georges Kassab, 1884 - 1970), συγγραφέα των «Le Nouvel Empire Arabe» (Παρίσι, 1906) και «Palestine, Hellenisme et Clericalisme» (Κωνσταντινούπολη, 1909). Έχοντας εγκαταλείψει του πολιτικούς αγώνες μετά την απορρόφηση και του «Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος» το 1905 από την ολότελα μαρξιστική πια «Δεύτερη Διεθνή» (και συγκεκριμένα από τον «Γαλλικό Τομέα της Εργατικής Διεθνούς», «Section Française de l’ Internationale Ouvrière», SFIO, πρόδρομο του «Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος»), πέθανε στο Παρίσι στις 17 Φεβρουαρίου 1921. Τάφηκε στην γενέτειρά του, σε ιδιωτικό χώρο.
Φίλιππο
ς Μιχαήλ Μπουοναρόττι ή Μπουοναρρότι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 11 Νοεμβρίου 1761 – 16 Σεπτεμβρίου 1837). Ιταλός δημοκράτης και Ιακωβίνος, ουτοπιστής σοσιαλιστής, αδιάφθορος, χαρισματικός και ακούραστος επαναστάτης, συγγραφέας και δημοσιογράφος, ελευθεροτέκτονας και ιδρυτικό, ηγετικό στέλεχος και πνευματικός πατέρας των επαναστατικών οργανώσεων «Λέσχη του Πανθέου», «Ένωση των Δικαίων», «Υψηλό Στερέωμα» και «Φίλοι του Λαού» (ο
Μωρίς Ντομανζέ τον θεωρεί
«μία από τις πιο ωραίες μορφές της Γαλλικής Επανάστασης», ο
Σαρλ Ντονιέ «αποφασιστικό επαναστάτη, αλλά ταυτοχρόνως σοβαρό, μετριόφρονα και σεμνό» και ο
Μιχαήλ Μπακούνιν «τον μεγαλύτερο επαναστάτη της εποχής του»).
Γεννήθηκε το 1761 στην Πίζα, καταγόταν από την ευγενή οικογένεια του
Μιχαηλάγγελου και σπούδασε φιλολογία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, ενώ παράλληλα ασπάσθηκε τις προοδευτικές ιδέες της εποχής και προχώρησε μάλιστα στην έκδοση της
«Οικουμενικής Εφημερίδας» («Gazetta Universale»), η οποία δεν χρειάστηκε πολύ για να κριθεί «ανατρεπτική» από την αστυνομία του
Μεγάλου Δούκα Πέτρου Λεοπόλδου, με αποτέλεσμα ο 28χρονος ιδεολόγος να αναγκαστεί να καταφύγει το 1789 στην Κορσική. Εκεί γνωρίστηκε με τον νεαρό
Ναπολέοντα Βοναπάρτη, μπήκε στις τάξεις των τοπικών Ιακωβίνων και χαιρέτησε με ενθουσιασμό το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, εκδίδοντας μάλιστα την εφημερίδα
«Πατριωτική Επιθεώρηση της Κορσικής» («Giornale Patriottico di Corsica»), την πρώτη ιταλική εφημερίδα που ανοικτά εξήρε τις δημοκρατικές – επαναστατικές ιδέες.
Ο ίδιος έχει πει, μετά το τέλος της Γαλλικής Επανάστασης, στην οποία είχε ηγετικό ρόλο:
«οι εναλλαγές στην τύχη της Συμβατικής κατέδειξαν πως ο λαός, οι αντιλήψεις του οποίου έχουν διαμορφωθεί μέσα στο σύστημα της κοινωνικής αδικίας και του δεσποτισμού, δεν είναι ακόμα ικανός να επιβάλει μέσω των εκλογών ανθρώπους που μπορούν να οδηγήσουν την Επανάσταση μέχρι το τέλος. Αυτό το δύσκολο καθήκον μπορούν να το πραγματοποιήσουν μόνο άνθρωποι θαρραλέοι και με διαμορφωμένη συνείδηση, άνθρωποι έξυπνοι και απόλυτα αφοσιωμένοι στον λαό και την ανθρωπότητα».Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881).

Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη
«Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.
Στο άρθρο του
«Δημοκρατική Προπαγάνδα» (1833), ο Μπλανκί γράφει:
«για να προχωρήσουμε χρειάζεται πρώτα να αποκαταστήσουμε τις δυνατότητές μας για ελεύθερη προπαγάνδα. Στο επίπεδο των ιδεών, οι αριστοκράτες είναι ανίσχυροι απέναντι των δημοκρατών. Ο λόγος που ακόμα έχουν ως όπλο τους τον Τύπο, είναι γιατί γνωρίζουν ότι με αυτόν μπορούν να διασπείρουν συκοφαντίες, την ώρα που εμείς μπορούμε να πείσουμε τις λαϊκές μάζες με μόνη δύναμή μας τις αρχές μας για ισότητα και αδελφοσύνη. Είναι απαραίτητο όμως η φωνή μας να μπορεί να τις φθάσει. Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, πολίτες, για να καταστρέψουμε το πιο αισχρό όλων των μονοπωλίων, το μονοπώλιο στην διαφώτιση. Για να διδάξουμε τους προλετάριους ότι έχουν δικαίωμα στις ελευθερίες, ότι έχουν δικαίωμα σε δωρεάν, κοινή και ίση εκπαίδευση, ότι έχουν δικαίωμα να ελέγχουν την κυβέρνηση, ότι έχουν δικαίωμα σε ένα σωρό πράγματα που τώρα τους τα απαγορεύουν. Όπως βλέπετε, πολίτες, αυτό που έχουμε κατά νου δεν είναι τόσο μία πολιτική αλλαγή, όσο μία κοινωνική αλλαγή εκ θεμελίων».Ήταν εκείνος που εισηγήθηκε την κόκκινη σημαία:
«δεν ζούμε πια στο 1793, αλλά στο 1848! Η τρίχρωμη σημαία δεν είναι πια η σημαία της Δημοκρατίας, αλλά η σημαία του Λουδοβίκου Φιλίππου και της μοναρχίας. Υπό την τρίχρωμη σημαία διαπράχθησαν οι σφαγές στην οδό Transnonain, στο Faubourg de Vaise, στο Saint-Etienne και πάνω από 20 φορές βουτήχθηκε αυτή στο αίμα των εργατών. Ο λαός στα οδοφράγματα ύψωσε και εφέτος απέναντί της το κόκκινο χρώμα, όπως το ύψωσε και στα οδοφράγματα του Ιουνίου 1832, του Απριλίου 1834 και του Μαϊου 1839 και το καθαγίασε διπλά με την ήττα και την νίκη. Το κόκκινο χρώμα είναι πλέον το χρώμα αυτού του μαχόμενου λαού, μέχρι χθές κυμάτιζε υπερήφανα στις προσόψεις των κτιρίων και τώρα η αντίδραση το μολύνει σέρνοντάς το με ασέβεια στις λάσπες. Λένε ότι είναι μία σημαία αίματος και βεβαίως και είναι, μόνο που είναι του αίματος των μαρτύρων, του ίδιου αίματος που την έχει αναδείξει στο πραγματικό σύμβολο της Δημοκρατίας. Η προσβολή προς αυτήν είναι προσβολή προς τους νεκρούς μας»Στην «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ο καταζητούμενος μέχρι τότε Μπλανκί βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή ιδρύοντας την επαναστατική λέσχη
«Η πατρίδα σε κίνδυνο» («La patrie en danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα.
Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, είδε το φώς της δημοσιότητας το βιβλίο του
«Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885), στο οποίο διασώθηκαν διάφορα κείμενά του για οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι οπαδοί του, οι
«μπλανκιστές», αφομοιώθηκαν σιγά – σιγά ως «πολιτική τάση» στα, ακόμα επαναστατικά τότε, Σοσιαλιστικά Κόμματα. Κατά την προσφιλή τους τακτική, οι
μαρξιστές κομμουνιστές απαξίωσαν και αυτόν τον μεγάλο προγενέστερό τους επαναστάτη, που δήθεν δεν είχε καταλάβει την «αξία» του «προλεταριάτου» και των «μαζών», αν και η Ιστορία του 20ου αιώνα, του αιώνα των λαϊκών ολοκληρωτισμών τόσο της λεγόμενης Δεξιάς όσο και της λεγόμενης Αριστεράς, δικαίωσε πέρα για πέρα την αντίληψη ότι η καταφυγή στην «μάζα» προκαλεί πάντοτε τον πλήρη εκχυδαϊσμό όλων των υψηλών ιδεωδών. Για τον
Ένγκελς λ.χ. ο Μπλανκί
«ήταν σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τα κοινωνικά προβλήματα. Στην πολιτική του δραστηριότητα υπήρξε κυρίως ένας άνθρωπος της δράσης, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία, που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό κτύπημα την κατάλληλη στιγμή, θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί της με μερικές αρχικές επιτυχίες και άρα να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη επανάσταση… βλέπουμε επομένως, πως ήταν ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς».Η μετά θάνατον κατά βούληση χρήση του εξαιρετικού εκείνου ανθρώπου, δεν τερματίστηκε βεβαίως με τους αυτόκλητους «ειδικούς» της «σωστής» κοινωνικής ανατροπής. Κατά την φάση της μεταστροφής του μετέπειτα Ιταλού δικτάτορα
Μπενίτο Μουσολίνι από σοσιαλιστή σε λαϊκιστή φασίστα, ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 1914 μέχρι το 1918 ως προμετωπίδα στην εφημερίδα του «Ο λαός της Ιταλίας» («Il Popolo d' Italia») την φράση του Μπλανκί
«όποιος έχει τα σιδερικά (δηλαδή τα όπλα) έχει και ψωμί».Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Ν

οεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797). Γάλλος επαναστάτης,
αρχικά Ιακωβίνος και μετά
ουτοπιστής – σοσιαλιστής, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του
«Μπαμπεφισμού» («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον
«Προμηθέας του Προλεταριάτου».Συμμετείχε με τον Μπουοναρόττι στην ίδρυση της φιλο-ιακωβινικής οργάνωσης
«Λέσχη του Πανθέου» («Societe du Pantheon»), που έλαβε το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της. Η εφημερίδα το
«Βήμα του Λαού» απετέλεσε εφεξής το επίσημο όργανο της οργάνωσης, η οποία στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, αρκετά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού ή μέλη του ιακωβινικού στρατιωτικού σώματος
«Πατριώτες του ’89», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγους μήνες το «Διευθυντήριο» κατά των μοναρχικών. Οι τακτικές νυκτερινές συγκεντρώσεις της «Λέσχης του Πανθέου» κάτω από το φως πυρσών, η αίτησή τους στις αρχές να ιδρύσουν λατρεία του «Φυσικού Νόμου» ως «θρησκευτική» διάσταση του πολιτικού αιτήματος για Ισότητα, η ταχεία επικράτηση της τάσης του Μπαμπέφ και η εντονότατη ανησυχία των «φιλήσυχων νοικοκυραίων» του Παρισιού (που στις δραστηριότητες εκείνων που αποκαλούσαν «συμμορίτες» διέβλεπαν επιστροφή του «ροβεσπιερισμού»), έδειξαν στο «Διευθυντήριο» ότι έπρεπε να προγραμματίσει άμεση καταστολή. Τελικά στις 27 Φεβρουαρίου 1796 ο Ναπολέων Βοναπάρτης προέβη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου» στην διάλυση της «Λέσχης», με αποτέλεσμα όμως να προχωρήσει άμεσα ο Μπαμπέφ μαζί με
αδιάλλακτους αριστερούς Ιακωβίνους (Λεμπουά, Μπουοναρόττι, Νταρτέ, Λιντέ, κ.ά.) στην ίδρυση της «Ένωσης των Δικαίων» ή «Εταιρείας των Ίσων» («Societe des Egaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά
την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας.
Η ιδεολογία του Μπαμπέφ
(«Μπαμπεφισμός», «Babouvisme») εξέφραζε έναν πρωτότυπο αγροτικό σοσιαλισμό, που αντιστρατευόταν την βιομηχανία, το εμπόριο και τον αστισμό και στηριζόταν στην λιτότητα και την απλή ζωή (με υπόδειγμα τις σπαρτιατικές και ρωμαιοδημοκρατικές αρετές, του αφοσιωμένου πολεμιστή και του αγρότη - στρατιώτη).
Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία βέβαια της γης, αφού η βιομηχανία δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί τον 18ο αιώνα) μέσω μία μεταβατικής αυταρχίας των επαναστατών, γινόμενος έτσι προπομπός τού μετέπειτα αυτοδιαχειριστικού και κομμουνιστικού κινήματος:
«μακριά από εμάς αυτή η μικρόψυχη ατολμία που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι δήθεν μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη να κατορθώσουμε το παραμικρό, ότι δήθεν πρέπει να έχουμε πάντα κάποιον κυβερνήτη. Οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται για επαναστάσεις μόνο στο μέτρο που αυτές ίσως τους δώσουν δυνατότητα να κυβερνήσουν». Για το ζήτημα της ιδιοκτησίας έγραφε το 1795:
«τον άνθρωπο που πεινάει ή έχει άμεσες βιοτικές ανάγκες, δεν τον βοηθάει μία πνευματική μόνον ισότητα. Αυτή την ισότητα την έχει ούτως ή άλλως στην φυσική του κατάσταση… Το πρώτο και πιο επικίνδυνο από όσα υπάρχουν γύρω μας, και επιπλέον το πιο ανήθικο, είναι το υποτιθέμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο δικαίωμα… εκτός από την απόλυτη επικράτηση του νόμου του πιο ισχυρού;» και για το ζήτημα της ευτυχίας:
«Η ευτυχία! Ρωτήστε όποιον υποφέρει από πείνα, από δίψα, από κρύο, από υπερβολική κούραση ή από την ίδια την άγνοιά του, τι σημαίνει ευτυχία. Η απάντηση θα είναι καθαρή, ακριβής, κατηγορηματική». Ακόμα, έχει πει:
«η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα».«Η Αρετή δεν πεθαίνει ποτέ. Ας ξοδεύονται αιώνια οι τύραννοι σε διαρκή δίωξή της. Δεν καταστρέφουν παρά ανθρώπινα σώματα, οι ψυχές των ενάρετων ανθρώπων απλώς αλλάζουν το περίβλημά τους. Όταν καταστρέφεται ένα, τότε ενσαρκώνονται σε άλλο και μετά σε άλλο, μπαίνουν σε ανθρώπους που από μέσα τους εμπνέουν γενναιόφρονα κινήματα και δεν επιτρέπουν ποτέ στα εγκλήματα των τυράννων να μένουν ακαταδίωκτα. Αυτά πιστεύοντας, και επίσης βλέποντας όλα τα καθημερινά εφευρήματα των καταπιεστών μου για να εξασφαλίσουν την βεβαιότητα της εξόντωσής μου, τους αφήνω να κάνουν ό,τι επιθυμούν. Αρνούμαι να συζητήσω ανούσιες λεπτομέρειες για να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Ας με κτυπήσουν όπως νομίζουν, αφού ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να πετύχουν απολύτως τίποτε. Εγώ θα κοιμηθώ απλώς εν ειρήνη, αγκαλισμένος αιώνια από την Αρετή».Δεκαπέντε χρόνια μετά την θανάτωση του μάρτυρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο υιός του
Εμίλ (Emile Babeuf, που είχε υιοθετηθεί από τον Φ. Λε Πελετιέ) φρόντισε να πάρει εκδίκηση, αφαιρώντας στις 22 Ιουνίου 1812 την ζωή του καταδότη Γκρισέλ. Ο Bax γράφει:
«όταν ενηλικιώθηκε ο Εμίλ προσχώρησε στους Ισπανούς πατριώτες που αγωνίζονταν για ανεξαρτησία. Όταν όμως άκουσε, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Ισπανία, ότι ο προδότης Γκρισέλ που είχε στείλει τον πατέρα του στον θάνατο και τους συντρόφους του στην φυλακή και την εξορία, βρισκόταν εκεί κοντά, τον βρήκε και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Μία μονομαχία μέχρι θανάτου. Ο Εμιλ Μπαμπέφ αγωνίστηκε με γενναιότητα και οργή και τελικά κατάφερε το θανάσιμο πλήγμα στον Γρισέλ, όχι όμως προτού και ο ίδιος δεχθεί ένα επικίνδυνο τραύμα στο στήθος. Για τον ίδιον όμως αυτό δεν ήταν τίποτε. Είχε επιτέλους εκδικηθεί τον προδότη… Όταν αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι εξέδωσε ένα περιοδικό που το ονόμαζε ‘‘Κίτρινο Ξωτικό’’ (‘‘Le Nain Jaune’’) με ισχυρές ιακωβίνικες επιρροές, το οποίο όμως υπήρξε βραχύβιο, καθώς κατασχέθηκε από την αστυνομία και σφραγίστηκαν τα γραφεία του».Γκουστάβ Φλουράνς (Gustave Flourens, Paris, 4 Αυγούστου 1838 – Paris, 3 Απριλίου 1871). Γάλλος δημοκράτης, μπλανκιστής και αντικληρικαλιστής συγγραφέας και επαναστάτης του 19ου αιώνα, με διεθνή δράση, μάρτυρας της ελευθερίας κατά την Κομμούνα του Παρισιού.
Αγωνίστηκε και στην Ελλάδα. Αρχικώς εγκαταστάθηκε προσωρινά στην Αθήνα, όπου σε λίγο έφθασαν οι φήμες μιας επικείμενης επανάστασης των Κρητών κατά των Οθωμανών. Στις 25 Μαρτίου 1866 πραγματοποιήθηκε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας μία μεγάλη και δυναμική διαδήλωση αλληλεγγύης προς τους Κρήτες, η οποία πολύ γρήγορα κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Ανάμεσα στους συλληφθέντες κατά τα επεισόδια εκείνης της ημέρας ήταν και ο Γκουστάβ, επιβλητικός με την πρόωρη φαλάκρα του και την φουντωτή κόκκινη γενειάδα του.
Μόλις αφέθηκε ελεύθερος άρχισε προετοιμασίες για μετάβασή του στην Κρήτη, στην οποία τελικά έφθασε στις αρχές του καλοκαιριού και εντάχθηκε στους επαναστατικούς κύκλους του νησιού, όπου ήδη συμμετείχαν πολλοί ξένοι, κυρίως γαριβαλδινοί Ιταλοί και ευρωπαίοι σοσιαλιστές και αναρχικοί από διάφορες χώρες, καθώς και 100 περίπου εθελοντές από την Πάτρα με επικεφαλής τον
Δήμο Σκαλτσογιάννη (η έναρξη της επανάστασης ανακυρήχθηκε «επίσημα» στις 21 Αυγούστου). Πριν φύγει από την Αθήνα πάντως, υπερασπίστηκε τον διωκόμενο από τους ορθόδοξους θεοκράτες 30χρονο τότε συγγραφέα
Εμμανουήλ Ροϊδη (1836 - 1904) για το βιβλίο του «Η Πάπισσα Ιωάννα» με άρθρο του στην γαλλόφωνη εφημερίδα «L' independance Hellenique» της 3ης Απριλίου 1866.
Στην Κρήτη πήρε τον βαθμό του λοχαγού και αργότερα, το καλοκαίρι του 1868, η
«Εθνοσυνέλευση της Κρήτης», που ήδη του είχε χορηγήσει τιμητική ιθαγένεια,
τον όρισε επίσημο πρέσβη της απέναντι στο βασίλειο της Ελλάδος. Ζήτησε με τηλεγραφήματά του από την Γαλλική κυβέρνηση
την προάσπιση των εθνικών δικαιωμάτων των Κρητών και έφυγε για την Αθήνα, προκειμένου να συνομιλήσει με τον μονάρχη, ο οποίος όμως όχι μόνον δεν το δέχθηκε, αλλά διέταξε επιπλέον την σύλληψή του, ενώ ο πρέσβης της Γαλλίας ζητούσε και την απέλασή του. Μετά από διαδηλώσεις συμπαράστασης από δημοκράτες και ριζοσπάστες, όπως λ.χ. ο βουλευτής Ρόκκος Χοϊδάς, αφέθηκε ελεύθερος, όμως μετά από λίγο συνελήφθη ξανά με αίτηση του πρέσβη της Γαλλίας και απελάθηκε στην Μασσαλία.
Γκουστάβ Τριντόν (Edme Marie Gustave Tridon, Chatillon-sur-Seine, Cote-d’ Or, 5 Ιουνίου 1841 – Bruxelles, 29 Αυγούστου 1871).
Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοκράτης, αντιχριστιανός, σοσιαλιστής, ηγετικό στέλεχος των μπλανκιστών (δεύτερος μετά τον Μπλανκί), μέλος της «Κομμούνας του Παρισιού», εκδότης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας του τολμηρού βιβλίου «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif»).
Μετά από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους, έθεσε στις 8 Φεβρουαρίου 1871 υποψηφιότητα για βουλευτής του Κοτ ντ’ Ορ και τελικά εξελέγη στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση», από την οποία όμως παραιτήθηκε μαζί με τον Μαλόν (Benoit Malon, 1841 - 1893) στις 3 Μαρτίου, όταν το σώμα ψήφισε υπέρ της «Συνθήκης της Φρανκφούρτης», χαρίζοντας στον εχθρό την Αλσατία – Λωραίνη (Alsace - Lorraine):
«θα σταθώ αδιάλλακτα ενάντια σε αυτή την εγκληματική συνθήκη, μέχρι την ημέρα που είτε η επανάσταση, είτε ο πατριωτισμός, θα την καταστρέψουν».Ο Τριντόν προσχώρησε στην
«Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της, εξελέγη στις 26 Μαρτίου μέλος της κεντρικής επιτροπής για το τεταρτημόριο (quartier) του Πανθέου και τοποθετήθηκε στην «Στρατιωτική Επιτροπή» («La Commission Militaire»).
«Ο ΕΒΡΑΪΚΟΣ ΜΟΛΩΧΙΣΜΟΣ»Το κείμενό του
«Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif: études critiques et philosophiques»), το οποίο είχε γράψει τον καιρό που ήταν φυλακισμένος στην φυλακή «Sainte-Pélagie», κυκλοφόρησε στις Βρυξέλλες, 13 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έτος 1884, και από την πρώτη στιγμή προκάλεσε τις αντιδράσεις των χριστιανών θεοκρατών, αλλά και αργότερα, όταν αυτοί ισχυροποιήθηκαν πολιτικά, των Εβραίων, οι οποίοι κατηγόρησαν και εξακολουθούν να κατηγορούν τον Τριντόν για «αντισημιτισμό».
Προσυπογράφοντας τις απόψεις του Μπλανκί για ανάγκη ανατροπής του Χριστιανισμού πριν από το οποιοδήποτε άλλο βήμα ελευθερίας, ο Τριντόν μέσα σε αυτό το έργο του υπενθύμιζε στον αναγνώστη ότι οι χριστιανοί θεοκράτες είχαν επιβάλει στην ανθρωπότητα ένα υπερχιλιετές διανοητικό σκοτάδι και απόλυτη πολιτική καταπίεση και είχαν εξαφανίσει εντελώς τις αρετές του κλασικού κόσμου (σελ. 12 - 16). Στην κορύφωση της γραφής του, ο Τριντόν χαρακτήριζε τον Θεό των μονοθεϊστών
«δολοφόνο, υποκριτή και διεστραμμένο, φυσικό και ηθικό αυτουργό του κάθε είδους εγκλήματος» και τον λαό που τον εφηύρε
«λεκέ στην εικόνα του ανθρώπινου πολιτισμού, πιο κακόβουλο σε όλον τον πλανήτη, τα δώρα του οποίου είναι μολυσματικά». Εκεί έχουν πατήσει όλοι εκείνοι που τον κατηγόρησαν και εξακολουθούν να τον κατηγορούν για
«αντισημιτισμό».Αμιλκάρε Τσιπριάνι (Amilcare Cipriani, 1844 – 1918). Ιταλός πολιτικός, επαναστάτης, αναρχικός και πατριώτης. Γεννήθηκε στο Άντζιο (Anzio) και σε ηλικία 15 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ρίμινι (Rimini), όπου σπούδασε για λίγο σε εκκλησιαστικό λύκειο και απέκτησε αρνητική εικόνα για τους θεοκράτες, αλλά και συνειδητοποίησε επίσης ότι έπρεπε να φύγει από την οικογένειά του και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο.
Το 1862 συμμετείχε ενεργά και στον 2ο Πόλεμο για την Ανεξαρτησία και πολέμησε στις 28 Αυγούστου υπό τον
Γκαριμπάλντι και το σύνθημα
«στην Ρώμη ή θάνατος!» («Roma o Morte!») στο όρος Aspromonte, όπου οι επαναστάτες νικήθηκαν και ο ίδιος ο Γκαριμπάλντι έπεσε στα χέρια των κυβερνητικών και παπικών. Ο Τσιπριάνι κυνηγήθηκε από την αυστριακή αστυνομία επειδή συμμετείχε στα γκαριμπαλντικά σώματα που κτύπησαν τους Αυστριακούς την περίοδο 1859 - 1860 και για να γλιτώσει έφυγε στο εξωτερικό, πρώτα στην Ελλάδα και μετά στην Αίγυπτο.
Στην Ελλάδα, μαζί με άλλους ξένους αναρχικούς που είχαν συγκροτήσει την λεγόμενη
«Δημοκρατική Λέσχη», έλαβε μέρος στην εξέγερση του
1862 κατά του
βασιλιά Όθωνα, με δικό τους οδόφραγμα στην περιοχή της
Καπνικαρέας, όπου
για πρώτη φορά ανέμισε στην Αθήνα η κόκκινη σημαία. Μετά από λίγο γνωρίστηκε και με τον Έλληνα αναρχικό
Εμμανουήλ Δαούδογλου, όταν ο τελευταίος προσχώρησε στην «Δημοκρατική Λέσχη». Εξαιτίας όμως της επαναστατικής οργανωτικής δουλειάς του, πολύ σύντομα ο Τσιπριάνι συνελήφθη και απελάθηκε με αποτέλεσμα να καταλήξει στην Αίγυπτο, όπου υπήρχαν και δρούσαν αρκετοί ομοϊδεάτες του. Επέστρεψε στην Ιταλία το 1866 για να πολεμήσει ξανά στο πλευρό του Γκαριμπάλντι, αλλά την επόμενη χρονιά επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου σε έναν καυγά σκότωσε έναν συμπατριώτη του και μαχαίρωσε 2 αστυνομικούς, με αποτέλεσμα να φύγει και από εκεί και να αναζητήσει καταφύγιο πρώτα στην Κρήτη, όπου συμμετείχε στην αντι-τουρκική εξέγερση του 1868 και στην συνέχεια στο Λονδίνο. Εκεί γνωρίστηκε με τον
Μαντσίνι (Mazzini) και έγινε μέλος της Διεθνούς και εν συνεχεία βρέθηκε ξανά στην Γαλλία, όπου γνωρίστηκε με τον Έλληνα αναρχικό
Παύλο Αργυριάδη και συμμετείχε στην ομάδα του, η πλειοψηφία των οποίων ήσαν Έλληνες. Πολέμησε κατά των Πρώσων το 1870 και την επόμενη χρονιά (1871) απελευθέρωσε από τις φυλακές του Mazas, τον συμπολεμιστή του στην επανάσταση της Κρήτης μπλανκιστή επαναστάτη
Γκουστάβ Φλουράνς (Gustave Flourens, Paris, 1838 – 1871) με έφοδο που πραγματοποίησαν οι σύντροφοί του την νύκτα της 21ης προς 22α Ιανουαρίου, λίγο πριν από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους. Συμμετείχε επίσης στην άμυνα του Παρισιού κατά τις ημέρες της Παρισινής Κομμούνας, όπου συνελήφθη, γλίτωσε από τύχη την εκτέλεση και κατέληξε σε δια βίου εξορία στην Νέα Καληδονία.
Μετά από 8 χρόνια εξορίας τού δόθηκε τελικά χάρη το 1879 και, μη μπορώντας πια να επιστρέψει στην Γαλλία, κατέφυγε στην Ελβετία, όπου γνωρίστηκε με τον
Καφιέρο (Cafiero).
Το 1897 έφθασε στην Ελλάδα
για να πολεμήσει ως εθελοντής κατά των Τούρκων, τραυματίστηκε από σφαίρα στο γόνατο στις 5 Μαϊου 1897 στην αιματηρή μάχη του
Δομοκού (όπου έμεινε 6 ώρες στο πεδίο της μάχης, κοντεύοντας να πεθάνει από αιμορραγία) και κατέγραψε τις εντυπώσεις του στην επιθεώρηση «Ημερολόγιο του Κοινωνικού Ζητήματος» («Almanach de la Questione Sociale»), που εξέδιδε στο Παρίσι ο Παύλος Αργυριάδης.
Λουϊ Σαρλ Ντελεκλύζ (Louis Charles Delescluze, Dreux, 2 Οκτωβρίου 1809 – Paris, 25 Μαϊου 1871). Γάλλος δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοσιογράφος, ιακωβίνος πατριώτης, στέλεχος της «Κομμούνας του Παρισιού».
Ίδρυσε μαζί με τον
Μαρτίν Μπερνάρ (Martin Bernard) στις 4 Δεκεμβρίου 1848 την οργάνωση
«Δημοκρατική Αλληλεγγύη» («La Solidarité Républicaine») που αποσκοπούσε στην αγωνιστική συνένωση των αριστερών ιακωβίνων με τους επαναστάτες σοσιαλιστές.
Το Ιούνιο του 1868 ίδρυσε στο Παρίσι την εφημερίδα
«Αφύπνιση» («Le Reveil»), όργανο της
«Επαναστατικής Αριστεράς», στην οποία αναδημοσιεύονταν σημαντικά κείμενα του δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, αλλά και εργατικού επίσης κινήματος, μέχρι ακόμα και κείμενα της ιδρυθείσας το 1864 «Διεθνούς των Εργατών» («L’ Association Internationale des Travailleurs») ή «Πρώτης Διεθνούς».
ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΚΟΜΜΟΥΝΑ»Εκλέχθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1871 βουλευτής στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση» («L’ Assemblée Nationale»), από την οποία όμως παραιτήθηκε και προσχώρησε στην
«Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της. Στις 26 Μαρτίου εκλέχθηκε μέλος της κεντρικής επιτροπής και στις 4 Απριλίου μέλος της
«Εκτελεστικής Επιτροπής» («La Commission Exécutive»), ενώ στις 13 Απριλίου πιάστηκαν και φυλακίστηκαν δύο άνδρες που είχαν σταλθεί με αποστολή να τον δολοφονήσουν.
Στις 9 Μαϊου εκλέχθηκε πρόεδρος της
«Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Public») και, τελικά, στις 10 Μαϊου
«πολιτικός υπεύθυνος Πολέμου» («Délégué Civil à la Guerre»). Στην διακήρυξή του προς την Εθνοφρουρά την ημέρα της τελευταίας εκλογής του, κάλεσε τους κομμουνάρους σε μέχρις εσχάτων λαϊκό πόλεμο κατά των εχθρών:
«Εάν συμβουλευόμουν μόνο τις φυσικές μου δυνάμεις, δεν θα είχα αποδεχθεί αυτή την επικίνδυνη θέση του πολιτικού διοικητή του Υπουργείου Πολέμου. Όμως βασίζομαι στον πατριωτισμό σας για να αντέξω τα βάρη της... Όρθιοι λοιπόν Πολίτες, σταθείτε αποφασιστικά απέναντι στον εχθρό!... γνωρίζετε ότι πολεμάτε για την ελευθερία και για την κοινωνική ισότητα... για την απελευθέρωση της Γαλλίας και του κόσμου ολάκερου, για την ασφάλεια των οικογενειών σας, για τις ζωές των γυναικών σας και των παιδιών σας. Γι αυτό και θα νικήσετε. Και τότε, η ανθρωπότητα, που τώρα σας παρακολουθεί και επιδοκιμάζει τις μεγαλόψυχες προσπάθειές σας, θα πανηγυρίσει τον θρίαμβό σας, που θα σημάνει την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Ζήτω η Παγκόσμια Δημοκρατία! Ζήτω η Κομμούνα!».Η εκλογή του Ντελεκλύζ ως «πολιτικού υπεύθυνου Πολέμου» ήταν μια ύστατη προσπάθεια να ενωθούν όλοι οι παριζιάνοι δημοκράτες, πολίτες και στρατιωτικοί, ιακωβίνοι και σοσιαλιστές, αν και τώρα πια, όπως το έγραψε ο σοσιαλιστής Jellinek, «ήταν ήδη πολύ αργά για να κάνουν ο,τιδήποτε άλλο οι κομμουνάροι, εκτός από το να πουλήσουν τις ζωές τους όσο πιο αξιομνημόνευτα μπορούσαν… ο Ντελεκλύζ έδειχνε πως ετοίμαζε στο επαναστατημένο Παρίσι μία επαναστατική κηδεία, που θα του επέτρεπε να ακούσει από πριν τον επικήδειό του... (οι κομμουνάροι) φαίνονταν σαν να είχαν ήδη ενωθεί μαζί στον θάνατο πριν ακόμα καν πεθάνουν» (σελ. 265).
Με τις τελευταίες του δύο ιδιότητες, του πρόεδρου της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» και του «πολιτικού υπευθύνου Πολέμου», ο Ντελεκλύζ υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την «Κομμούνα» με το σύνθημα
«αγώνας όχι στρατιωτικός αλλά επαναστατικός, τόπο στον λαό, στους αγωνιστές, στους άντρες με τα γυμνά χέρια!». Αυτός ήταν που πρότεινε την πυρπόληση όλων των κτιρίων που χρησιμοποιούσε ή μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο εχθρός και την εκτέλεση των στελεχών του καθεστώτος που κρατούντο όμηροι ως αντίποινα για τις σφαγές των επαναστατών και των συγγενών τους.
Στο τέλος, έχοντας ήδη δει τον ομοϊδεάτη του και επίσης θαυμαστή του
Ροβεσπιέρου και του
Σαιν Ζυστ Ωγκύστ Βερμορέλ (Auguste Jean Marie Vermorel, 1941 - 1871) να χτυπιέται από τις σφαίρες των εχθρών πριν πέσει στα χέρια τους και ξεψυχήσει αργότερα στα κρατητήρια των Βερσαλλιών, συνάντησε και ο ίδιος μέσα σε γενναία αταραξία τον θάνατο στις 25 Μαϊου 1871, στο ήδη έτοιμο να πέσει οδόφραγμα Chateau d’ Eau της «λεωφόρου πρίγκιπα Ευγένιου» (νυν Βολταίρου, Boulevard Voltaire), όπου έπεσε νεκρός, κτυπημένος στο κεφάλι και το στήθος από σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών.
Ο ηρωϊκός θάνατος του Ντελεκλύζ σηματοδότησε επίσης το ιστορικό τέλος το κινήματος του Ιακωβινισμού (1789 – 1871), ο τελευταίος εκπρόσωπος του οποίου, ο εξόριστος μετά το 1871 στην Γενεύη πρώην εκδότης της «Droits de l’ Homme»
Zυλ Γκεσντ (Jules Basile Guesde, 1845 - 1922), προσχώρησε το 1876 στον μαρξισμό, προσηλυτισμένος από Γερμανούς πολιτικούς πρόσφυγες. Το 1874, το καθεστώς, που λόγω της μη αναγνώρισης του πτώματος του Ντελεκλύζ τον θεωρούσε ζωντανό και φυγά, έσπευσε καλού – κακού να τον καταδικάσει με το στρατοδικείο του «ερήμην» σε θάνατο, ενώ ο Γαμβέττας ανέκραζε το περίφημο:
«ιδού λοιπόν ένας άνθρωπος που ακόμα και νεκρός εξακολουθεί να προκαλεί στους εχθρούς του τον φόβο!».Με αυτά, τα ολίγα ενδεικτικά αποσπάσματα, ας σκεφθεί καλά ο κάθε "νεόκοπος" δήθεν Αριστερός, ποια Αριστερά εκφράζει και εάν αυτά που λέει, ή κάνει είναι όντως Αριστερά...