
Αγαπητέ Γιαχβέ,
Γνωρίζω ότι δεν υπάρχεις, ότι είσαι ένα πλάσμα της φαντασίας, ένας φανταστικός άσπονδος φίλος, ένας μπαμπούλας μάλλον για να τρώνε τα νήπια το φαγητό τους και να πηγαίνουν νωρίς για ύπνο. Αν και δεν είσαι αληθινός αποφάσισα να σου απευθυνθώ και απάντηση δεν πρόκειται να πάρω. Γιατί εσύ «μιλάς» μόνο στους δικούς Σου, σε εμάς που σε αμφισβητούμε στέκεις ακατάδεχτος, σιωπηλός, αόρατος. Μουγκός και… υπεράνω δεν μπαίνεις καν στον ελάχιστο κόπο να μας αποδείξεις την ύπαρξή Σου.
Είσαι ανίκανος για ένα αληθινό θαύμα, μόνο μέσα από τσαρλατανισμούς και αγυρτείες μπορείς να κάνεις αισθητή την παρουσία Σου. Στα μεγάλα όμως και σημαντικά είσαι πάντα απών, όπως όταν χιλιάδες παιδιά θερίζονται από την πείνα και τις επιδημίες, όπως όταν εμείς οι άνθρωποι αποφασίζουμε να αλληλοσφαχτούμε στα πεδία των τίμιων ή άτιμων μαχών!
Είσαι απών. Ή μάλλον είσαι πριν και μετά. Πριν για να «ευλογήσεις» τα όπλα και μετά για να ψάλλεις τους νεκρούς και να τους υποδεχτείς στην αγκαλιά Σου. Όταν όμως συμβαίνει το κακό ποτέ δεν είσαι εκεί! Ούτε εσύ, ούτε τα μαυροφορεμένα δουλικά Σου.
Σε φέρανε στη χώρα μου εδώ και 19 αιώνες επειδή όμως δεν σε πίστεψε κανείς, σε επέβαλλαν με τη φωτιά, το παλούκι και το τσεκούρι πριν από 1600 χρόνια, αλλά και πάλι χρειάστηκες πολλούς αιώνες σκληρού αγώνα για να μας ξεριζώσεις τις χαρές της ζωής, που είχαμε για δικούς μας θεούς. Και μας τα πήρες όλα, αναίσθητε και αλαζόνα.
Γκρέμισες τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μας, έκαψες τα σεπτά βιβλία μας, κατεδάφισες τους ναούς, τους βωμούς και τα αρχαία Ιερά μας, σάρωσες τις πόλεις και τα χωριά μας, εκτέλεσες με συνοπτικές διαδικασίες τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους μας, έκοψες τα δάση μας, κατάσφαξες τους προγόνους μας, έκανες ασβέστη τα αγάλματά μας, ξέσκισες και έξυσες τους πίνακές μας, άνοιξες τους τάφους και σκόρπισες τα οστά των παλαιών μας… Σαν αγρίμια μας κυνήγησες και βρήκαμε καταφύγιο στα ψηλά μας όρη, κρυψώνα στα βραχονήσια των Κυκλάδων, άσυλο στον καταραμένο τόπο της Μάνης που καθαγιάστηκε από τους φυγάδες. Εκεί στο Ταίναρο, στην πύλη του Κάτω Κόσμου, φώλιασαν όσοι άντεξαν τελευταίοι, εκεί που έκαιγε θυμίαμα στους βωμούς μέχρι και τον στερνό αιώνα.
Σε αυτόν τον τόπο δεν είδαμε ποτέ τους αγαθούς αγγέλους της κινηματογραφικής μυθολογίας Σου. Αντιθέτως, μόνο κάτι υποκείμενα –άπλυτους, λιπόσαρκους, ανέραστους και αρνησίζωους, στα φαιά ντυμένους σαν δαίμονες αιγυπτιακού εφιάλτη- μας έστειλε η χάρη Σου να κάψουν αναίτια τα σπαρτά μας, να γδάρουν τις σάρκες μας, να χύσουν το κρασί μας, να κουρέψουν τις γυναίκες μας και να πνίξουν τα παιδιά μας, βάπτιση το είπαν στο όνομά Σου.
Σαν να βλέπω την εικόνα τη θεάρεστη, την σύμφωνη με το θέλημά Σου, σαν να βλέπω την ατέλειωτη πομπή προς το κρεματόριο, τη σιωπηλή πομπή των αλυσοδεμένων Ελλήνων. Λεγεωνάριοι και μοναχοί τους φυλούν, λεγεωνάριοι και μοναχοί τους οδηγούν στην εξαγνιστική πυρά Σου. Φωτιά μεγάλη που άναψε από παπύρους και περγαμηνές, από στοχασμούς αιώνων των Ελλήνων. Φωτιά ανόσια και τρομερή, φωτιά της επίγειας κόλασής Σου, που καθαγιάστηκε και έγινε βωμός και εθνικό ιερό, καθώς πάνω της Σου προσέφεραν θυσία, ολοκαύτωμα, τους Έλληνες, οι μισάνθρωποι οπαδοί Σου.
Πόσοι αθώοι θυσιάστηκαν για να υψωθεί η μοναρχία Σου, πόσες ανθρωποθυσίες απαίτησες από τη μεμιασμένη συμμορία που έχρισες ιερατείο Σου. Πόσες ζωές άδικα μαρτύρησαν εγκλήματα που δεν είχαν πράξει, πόσα δάκρυα χύθηκαν για να σβήσουν τις πύρινες γλώσσες Σου, το αδηφάγο στόμα Σου, τον διψασμένο για αίμα λάρυγγά Σου.
Είσαι, λένε, ο θεός της αγάπης, της ειρήνης, ο θεός των φτωχών, ο προστάτης των αδυνάτων, ο θεός της δικαιοσύνης. Είναι φοβερό το πόσο μου θυμίζεις τους τυράννους, εκείνους ειδικά που προσαγορεύονται φιλάνθρωποι, σωτήρες, νικάτορες, πατέρες και απελευθερωτές λες και με τα επίθετα αυτά ξεγελούν κανέναν για πολύ καιρό. Εσύ, όμως, είσαι ο μεγαλύτερος από όλους τους τυράννους, ο ύψιστος, αφού από Εσένα εκπορεύεται πάντα η εξουσία τους. Εσύ ο πρώτος διδάξας της μέγιστης απάτης, στέκεις μακάριος στο απυρόβλητο και δεν αναλαμβάνεις ποτέ τις ευθύνες των εγκλημάτων των οπαδών Σου όσο και αν γίνονται πάντα στο όνομά Σου! Οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται όπως Εσύ τους αποκαλούμε λαμόγια, Εσένα όμως σε αποκαλούμε πανάγαθο και δίκαιο, αν και ποτέ δεν έπραξες κάτι αγαθό, ποτέ δεν δίκασες με δικαιοσύνη, λόγια σοφίας πρωτόλεια ποτέ δεν ακούστηκαν από τους προφήτες Σου.
Είσαι ένας σφετεριστής, ένας πραξικοπηματίας, ένας κουτοπόνηρος Ανατολίτης, που έφθασε στην αγορά της πόλης μας κρυμμένος ως λαθρεπιβάτης μέσα στις αποσκευές ενός περιπλανώμενου Ιουδαίου με ρωμαϊκό διαβατήριο. Ζήλεψες τους βωμούς και τους καλλιμάρμαρους ναούς των θεών μας. Φθόνησες την ευσέβειά μας στους πατρώους και μητρώους θεούς. Εξόριστος από την έρημο που σε γέννησε, διψασμένος από την ανυδρία του τόπου Σου, πόθησες τη σκιά των αιωνόβιων δασών μας, τη δροσιά της θάλασσας μας και τα κρυστάλλινα κρύα νερά των ορμητικών ποταμιών μας σαν κατεβαίνουν από τα ψηλά βουνά να ποτίσουν τη γη, να ξεδιψάσουν τα κοπάδια και τις πόλεις των ανθρώπων.
Και σαν κουτοπόνηρος Ανατολίτης δεν τόλμησες καν να πεις το όνομά Σου, αλλά όπως οι απατεώνες, συστήθηκες στους σοφούς μας ως ο Άγνωστος Θεός, δηλαδή ως ένας άλλος, αφού έξω από την Παλαιστίνη δεν σε ήξερε κανείς, ενώ όποιος κατά τύχη σε είχε ακούσει είχε να πει μόνο για τις ιδιοτροπίες Σου, εσένα και του καθ’ ομοίωση λαού Σου, ή μάλλον –ορθότερα- του λαού που σε έπλασε καθ’ ομοίωσή του!
Γέμισες τις ψυχές και τις καρδιές των ανθρώπων με τρόμο, αυτή είναι η βασιλεία Σου, η βασιλεία του τρόμου και του φόβου. Είσαι τιμωρός, είσαι εκδικητικός, όποιος τολμήσει και σταθεί ενάντια ή απέναντί Σου, είναι εχθρός Σου, όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, διακήρυξες! Και με αυτή Σου τη δήλωση κατέλυσες την ελευθερία, την επιστήμη, τη λογική, τη δημοκρατία, το δικαίωμα της επιλογής, το αυτονόητο της συνύπαρξης με το άλλο, το διαφορετικό, το αιρετικό! Αλίμονο σε όσους τολμήσουν να αμφισβητήσουν τη μεγαλειότητά Σου. Τα μπουντρούμια αυτής της ζωής που έχεις οικοδομήσει είναι ένα τίποτα μπροστά στο μεταθανάτιο κολαστήριο που τους περιμένει. Κάτεργα αιώνια δίχως απόδραση τους προσμένουν, άσβεστες φωτιές, καζάνια και φριχτά βασανιστήρια, δίχως σωτηρία, δίχως άλλη ευκαιρία.
Δεν είσαι καν πρωτότυπος, αλλά ένας φθηνός λογοκλόπος που πήρε τα λόγια των παλιών και τα εμφάνισες ως δικά Σου. Σαν εκείνους τους ημιμαθείς που αποστηθίζουν τσιτάτα και αποφθέγματα για να φαίνονται σπουδαίοι, αλλά ούτε την ουσία των λόγων καταλαβαίνουν, ούτε καν το πριν και το μετά όσων λένε, όπως οι παπαγάλοι.
Και επειδή παριστάνεις τον μεγάλο και τον πάνσοφο, τώρα δα θα σε ξεσκεπάσω και την απάτη Σου θα καταδείξω. Οι απόστολοί Σου είπαν ότι πρώτος εσύ είπες το μη κρίνεις για να μην κριθείς και το εμφάνισαν ως δήθεν κάτι σπουδαίο. Από μόνο του όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα, ή μάλλον σημαίνει την κατάργηση της κριτικής σκέψης και της δημοκρατίας, διότι αυτός που δεν κρίνει τον λέμε άκριτο, και ως τέτοιος καταντά άβουλος και δούλος της κάθε εξουσίας που δεν αντέχει και δεν επιτρέπει την κριτική. Ίσως, να ήθελες να πεις, ότι: «Το πιο εύκολο απ’ όλα είναι να κατηγορούμε τον διπλανό μας, όταν αυτό γίνεται με άχρηστο και μάταιο τρόπο, εκτός αν αποβλέπει σε κάποιου είδους επανόρθωση ή προφύλαξη από παρόμοια σφάλματα. Δεν πρέπει να διστάζουμε ν’ απευθύνουμε διαρκώς στον εαυτό μας, προκειμένου περί αυτών που κάνουν λάθη, τη ρήση του Πλάτωνα ˝Μήπως είμαι και εγώ όπως αυτοί;˝ Όπως δηλαδή βλέπουμε τα μάτια μας να λάμπουν στα μάτια των άλλων, έτσι και στην περίπτωση των λόγων, πρέπει να έχουμε την εικόνα των δικών μας στους λόγους των άλλων, για να μην περιφρονούμε με αλαζονεία τους άλλους και να φροντίζουμε περισσότερο επιμελώς τους εαυτούς μας στο ζήτημα του λόγου. Προς τούτο είναι χρήσιμη και η διαδικασία της παραβολής (σύγκρισης)…»[1]. Αλλά αυτά τα λόγια δεν είναι ούτε δικά Σου, ούτε των αποστόλων Σου, αλλά του φιλόσοφου και αρχιερέα των Δελφών Πλούταρχου, που μας εξηγεί ότι οφείλουμε πρώτα να κάνουμε την αυτοκριτική μας πριν κρίνουμε τους άλλους. Και χωρίς να καταργεί την κριτική, της θέτει προϋποθέσεις, ορθές και λογικές, διότι αλλιώς είμαστε αλαζόνες και γεμάτοι από την έπαρση της ματαιοδοξίας που μας καταντά γελοίους και αμετροεπείς στα μάτια των σοφών και των λογικών. Εσύ απ’ όλα αυτά δεν κατάλαβες προφανώς τίποτα, ή δεν ήθελες να καταλάβεις. Ίσως γιατί σε βολεύουν τα μετέωρα αποφθέγματα, που ο καθένας δύναται να ερμηνεύσει όπως θέλει ή μπορεί και να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν! Αλλά αυτό δεν είναι θεϊκή σοφία, αλλά μπαγαποντιά, διότι ενέχει δόλο ενώ το Θείον είναι Αγαθό. Επίσης πώς είναι άραγε δυνατόν τα λόγια Σου να είναι κατώτερα από των ανθρώπων και να υστερούν σε σοφία; Αλλά όπως είπαμε εξαρχής, Εσύ ούτε μιλάς, ούτε απαντάς, παρά μόνο σε κάτι περίεργους και περιθωριακούς τύπους, που ελέγχονται ως συμπεριφορές και συμπτώματα από την ψυχιατρική!
Θαυμάζουν οι οπαδοί Σου τη θέση που πήρες στη θεολογική διένεξη μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών, σχετικά με το που κατοικείς, εσύ και ο πατέρας Σου, και που είναι ο σωστός τόπος λατρείας Σου, επειδή τους υπέδειξες ότι ο θεός κατοικεί παντού και δεν είναι ανάγκη να πάει κανείς στο ναό Σου για να σε βρει ή να Σου απευθυνθεί. Αλλά ούτε και σε αυτό είπες κάτι καινούργιο, αφού ο Κύπριος φιλόσοφος Δημώναξ είχε ήδη απαντήσει. Όταν κάποιος φίλος του, που το παιδί του ήταν άρρωστο, του είπε: «˝Πάμε, Δημώναξ, στο Ασκληπιείο να προσευχηθούμε για τον γιο μου˝, του απάντησε: ˝Τελείως κουφό πρέπει να θεωρείς τον Ασκληπιό, αν πιστεύεις ότι δεν μπορεί να ακούσει τις ευχές μας και από εδώ˝»[2].
Παινεύουν οι οπαδοί Σου την άφεση αμαρτιών που έδωσες στους εκτελεστές Σου λίγο πριν ξεψυχήσεις πάνω στον σταυρό. Και δοξάζουν το πόσο φιλάνθρωπος θεός Είσαι από αυτό το γεγονός. Και εδώ όμως δεν έκανες κάτι περισσότερο από ό,τι είχε ήδη κάνει πριν από Εσένα ένας θνητός, ο Αθηναίος πολιτικός Φωκίων, σύγχρονος του βασιλιά των Μακεδόνων Αλέξανδρου που η ιστορία αποκάλεσε και Μέγα. Ο Φωκίων, λοιπόν, σαν οδηγούνταν στον θάνατο από τους πολιτικούς του αντιπάλους έπραξε τα ακόλουθα:
«Μετά τον θάνατο του Αντίπατρου, αποκαταστάθηκε στην Αθήνα το δημοκρατικό πολίτευμα, οπότε ο Φωκίων και οι φίλοι του καταδικάστηκαν από την εκκλησία του δήμου σε θάνατο. Οι άλλοι, λοιπόν, οδηγούνταν να θανατωθούν κλαίγοντας· τον Φωκίωνα, όμως, που βάδιζε σιωπηλός, τον συνάντησε κάποιος από τους εχθρούς του και τον έφτυσε στο πρόσωπο. Κοίταξε τότε προς τους αξιωματούχους και είπε: ˝Δεν θα τον κάνει κάποιος να σταματήσει ν’ ασχημονεί;˝.
»Όταν κάποιος από κείνους που επρόκειτο να θανατωθούν μαζί του έκλαιγε και θρηνούσε, του είπε: ˝Θούδιππε, δεν είσαι ευχαριστημένος που πεθαίνεις μαζί με τον Φωκίωνα;˝.
»Όταν, αφού του δόθηκε πλέον το κύπελλο με το δηλητήριο, ρωτήθηκε αν αφήνει κάποιο μήνυμα στο γιο του, είπε: ˝Από πλευράς μου του παραγγέλλω και του ζητώ να μην κρατήσει καθόλου κακία στους Αθηναίους˝»[3].
Ούτε λοιπόν και εδώ Είσαι πρωτότυπος, γιατί ενώ τόσο Εσύ, όσο και ο Φωκίων, δικαστήκατε, καταδικαστήκατε και οδηγηθήκατε στον θάνατο από τους πολιτικούς σας αντιπάλους (Φαρισαίους και δημοκρατικούς αντίστοιχα), Εσύ ως θεός δεν ξεπέρασες πουθενά τον Φωκίωνα. Και αν η τελευταία κουβέντα ενός άνδρα συνηθίζουμε να λέμε ότι χαρακτηρίζει την υστεροφημία του, είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς πώς η δική Σου άφεση είναι γνώρισμα θεού και του Φωκίωνα θνητού!
Επειδή πράγματι η ζωή Σου δεν έχει τίποτα το θεϊκό να επιδείξει, οι πράξεις και τα λόγια Σου πουθενά δεν ξεπέρασαν τα αντίστοιχα των ανθρώπων, οι οπαδοί Σου είπαν ότι Είσαι θεός επειδή δήθεν αναστήθηκες και αναλήφθηκες στους ουρανούς. Αν και για αυτό δεν έχουν καμιά απόδειξη να προσκομίσουν, παρά μόνο μία δύο μαρτυρίες δίχως εξακρίβωση (θα μπορούσαν να είναι και ψευδομαρτυρίες δηλαδή), έχω να Σου πω ότι ούτε και εδώ Είσαι πρωτότυπος. Διότι και πριν από Εσένα θνητοί πέθαναν και ύστερα ειπώθηκε για αυτούς ότι αναστήθηκαν και έτσι νομίσθηκαν ως θεοί. Ενώ λοιπόν εκείνες τις περιπτώσεις τις ελέγχουμε ως αναληθείς διαδόσεις και φήμες, Εσύ που δεν ξεφεύγεις από την κοινή με εκείνους συνομοταξία, θες όχι μόνο να Είσαι θεός, αλλά και ο μόνος που νίκησε τον θάνατο, ο μόνος αληθινός θεός επειδή ακριβώς αναστήθηκες, αλλά αφού δεν είσαι ο μοναδικός που σηκώθηκε από τον τάφο, πώς άραγε θες να Είσαι και ο μόνος αληθινός θεός; Ή θα δεχθούμε ότι όλοι όσοι πέθαναν και αναστήθηκαν είναι αληθινοί θεοί, ή θα δεχθούμε ότι όλες οι περιπτώσεις είναι παραμύθια, αφού ακλόνητες αποδείξεις ότι συνέβη κάτι τέτοιο ούτε Εσύ, ούτε οι πριν από Εσένα νεκραναστημένοι δύνανται να προσκομίσουν! Για να Σου θυμίσω, λοιπόν, μερικές δοξασίες όμοιες ή παρόμοιες με ό,τι διαδίδουν οι οπαδοί Σου για να πείσουν σχετικά με την θεότητά Σου, όταν γιορτάζουν την Ανάστασή Σου στις αρχές της άνοιξης:
«Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός, έκαναν βακχικές τελετές προς τιμήν του, τον χειμώνα τους κατευνασμούς και το καλοκαίρι τις ανεγέρσεις. Οι Παφλαγόνες, τέλος, ισχυρίζονται ότι τον χειμώνα είναι ο θεός δεμένος και φυλακισμένος, ενώ την άνοιξη κινείται και ελευθερώνεται. Η ίδια η εποχή υποβάλλει τη σκέψη πως η κατήφεια οφείλεται στην εξαφάνιση των καρπών, τους οποίους οι παλιοί δεν θεωρούσαν βέβαια θεούς, αλλά δώρα των θεών αναγκαία και μεγάλα για να μη ζούμε σαν τα άγρια θηρία. Την εποχή, λοιπόν, που έβλεπαν από τη μια τους καρπούς να εξαφανίζονται εντελώς από τα δέντρα και να λείπουν, ενώ, από την άλλη, οι ίδιοι τους φύτευαν με πολλή δυσκολία και μεγάλα προβλήματα, ξύνοντας τη γη με τα χέρια και με τα χέρια καλύπτοντάς τους πάλι, βάζοντάς τους εκεί, χωρίς να ξέρουν, αν θα εμφανιστούν ξανά και αν θα ολοκληρωθούν, έκαναν πράγματα παρόμοια με εκείνα που κάνουν όσοι θάβουν τους νεκρούς και τους πενθούν. Έπειτα, όπως εμείς λέμε γι’ αυτόν που αγοράζει τα βιβλία του Πλάτωνα ότι αγοράζει Πλάτωνα και όποιον παρουσιάζει τα ποιήματα του Μενάνδρου ότι παίζει Μένανδρο, έτσι και εκείνοι δεν δίσταζαν να ονομάσουν τα δώρα και τα έργα των θεών με τα ονόματα των θεών, τιμώντας τα, επειδή τους ήταν αναγκαία, και λατρεύοντάς τα. Οι επόμενοι όμως, απαίδευτοι και αμαθείς, τα παραλάμβαναν, κατ’ αντιστροφή απέδιδαν τα παθήματα των καρπών στους θεούς και δεν αποκαλούσαν μόνον, αλλά και πίστευαν, την εμφάνιση και την εξαφάνιση των αναγκαίων καρπών ως γέννηση και θάνατο των θεών, γεμίζοντας έτσι το μυαλό τους με άτοπες, αυθαίρετες και συγκεχυμένες δοξασίες, μολονότι έβλεπαν καθαρά το άτοπο και τον παραλογισμό. Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς…»[4].
Ωστόσο, με αυτό το απόσπασμα του Πλούταρχου αποκαλύπτεται μόνο ένα μέρος της απάτης Σου. Εκείνο που μας εξηγεί γιατί η Ανάστασή Σου γιορτάζεται στις αρχές της άνοιξης και πώς οι άνθρωποι αρχικά νόμισαν ότι οι θεοί πεθαίνουν και ανασταίνονται σε συνδυασμό με τις παλαιότερες αντιλήψεις και τελετές που σφετερίστηκες. Τώρα έρχεται και το καλύτερο. Νομίζεις ότι μόνο Εσύ πέθανες και αναστήθηκες την τρίτη μέρα; Πριν από Εσένα αυτό συνέβη και με κάποιον Θεσπέσιο από τους Σόλους, έναν απαράδεκτο τύπο, κοινώς ρεμάλι, ο οποίος αφού κατασπατάλησε όλη την περιουσία του το έριξε στις κομπίνες για να την αναπληρώσει. Κάποτε αυτός ρώτησε το Μαντείο του Αρχίλοχου, αν θα ζήσει καλύτερα την υπόλοιπη ζωή του. Και πήρε την απάντηση, ότι «…θα ευτυχήσει περισσότερο όταν πεθάνει. Κατά, κάποιο τρόπο, λοιπόν, τούτο του συνέβη λίγο αργότερα. Πέφτοντας από μεγάλο ύψος, χτύπησε στον αυχένα του και, παρ’ ότι δεν δημιουργήθηκε τραύμα αλλά μόνο κάποιο τράνταγμα, πέθανε. Την τρίτη μέρα από τον θάνατό του, κατά την ταφή του, ζωντάνεψε. Αφού ανέρρωσε γρήγορα και ανέλαβε τις δυνάμεις του, άλλαξε ζωή κατά τρόπο απίστευτο»[5].
Γνωρίζω ότι δεν υπάρχεις, ότι είσαι ένα πλάσμα της φαντασίας, ένας φανταστικός άσπονδος φίλος, ένας μπαμπούλας μάλλον για να τρώνε τα νήπια το φαγητό τους και να πηγαίνουν νωρίς για ύπνο. Αν και δεν είσαι αληθινός αποφάσισα να σου απευθυνθώ και απάντηση δεν πρόκειται να πάρω. Γιατί εσύ «μιλάς» μόνο στους δικούς Σου, σε εμάς που σε αμφισβητούμε στέκεις ακατάδεχτος, σιωπηλός, αόρατος. Μουγκός και… υπεράνω δεν μπαίνεις καν στον ελάχιστο κόπο να μας αποδείξεις την ύπαρξή Σου.
Είσαι ανίκανος για ένα αληθινό θαύμα, μόνο μέσα από τσαρλατανισμούς και αγυρτείες μπορείς να κάνεις αισθητή την παρουσία Σου. Στα μεγάλα όμως και σημαντικά είσαι πάντα απών, όπως όταν χιλιάδες παιδιά θερίζονται από την πείνα και τις επιδημίες, όπως όταν εμείς οι άνθρωποι αποφασίζουμε να αλληλοσφαχτούμε στα πεδία των τίμιων ή άτιμων μαχών!
Είσαι απών. Ή μάλλον είσαι πριν και μετά. Πριν για να «ευλογήσεις» τα όπλα και μετά για να ψάλλεις τους νεκρούς και να τους υποδεχτείς στην αγκαλιά Σου. Όταν όμως συμβαίνει το κακό ποτέ δεν είσαι εκεί! Ούτε εσύ, ούτε τα μαυροφορεμένα δουλικά Σου.
Σε φέρανε στη χώρα μου εδώ και 19 αιώνες επειδή όμως δεν σε πίστεψε κανείς, σε επέβαλλαν με τη φωτιά, το παλούκι και το τσεκούρι πριν από 1600 χρόνια, αλλά και πάλι χρειάστηκες πολλούς αιώνες σκληρού αγώνα για να μας ξεριζώσεις τις χαρές της ζωής, που είχαμε για δικούς μας θεούς. Και μας τα πήρες όλα, αναίσθητε και αλαζόνα.
Γκρέμισες τα σχολεία και τα πανεπιστήμια μας, έκαψες τα σεπτά βιβλία μας, κατεδάφισες τους ναούς, τους βωμούς και τα αρχαία Ιερά μας, σάρωσες τις πόλεις και τα χωριά μας, εκτέλεσες με συνοπτικές διαδικασίες τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους μας, έκοψες τα δάση μας, κατάσφαξες τους προγόνους μας, έκανες ασβέστη τα αγάλματά μας, ξέσκισες και έξυσες τους πίνακές μας, άνοιξες τους τάφους και σκόρπισες τα οστά των παλαιών μας… Σαν αγρίμια μας κυνήγησες και βρήκαμε καταφύγιο στα ψηλά μας όρη, κρυψώνα στα βραχονήσια των Κυκλάδων, άσυλο στον καταραμένο τόπο της Μάνης που καθαγιάστηκε από τους φυγάδες. Εκεί στο Ταίναρο, στην πύλη του Κάτω Κόσμου, φώλιασαν όσοι άντεξαν τελευταίοι, εκεί που έκαιγε θυμίαμα στους βωμούς μέχρι και τον στερνό αιώνα.
Σε αυτόν τον τόπο δεν είδαμε ποτέ τους αγαθούς αγγέλους της κινηματογραφικής μυθολογίας Σου. Αντιθέτως, μόνο κάτι υποκείμενα –άπλυτους, λιπόσαρκους, ανέραστους και αρνησίζωους, στα φαιά ντυμένους σαν δαίμονες αιγυπτιακού εφιάλτη- μας έστειλε η χάρη Σου να κάψουν αναίτια τα σπαρτά μας, να γδάρουν τις σάρκες μας, να χύσουν το κρασί μας, να κουρέψουν τις γυναίκες μας και να πνίξουν τα παιδιά μας, βάπτιση το είπαν στο όνομά Σου.
Σαν να βλέπω την εικόνα τη θεάρεστη, την σύμφωνη με το θέλημά Σου, σαν να βλέπω την ατέλειωτη πομπή προς το κρεματόριο, τη σιωπηλή πομπή των αλυσοδεμένων Ελλήνων. Λεγεωνάριοι και μοναχοί τους φυλούν, λεγεωνάριοι και μοναχοί τους οδηγούν στην εξαγνιστική πυρά Σου. Φωτιά μεγάλη που άναψε από παπύρους και περγαμηνές, από στοχασμούς αιώνων των Ελλήνων. Φωτιά ανόσια και τρομερή, φωτιά της επίγειας κόλασής Σου, που καθαγιάστηκε και έγινε βωμός και εθνικό ιερό, καθώς πάνω της Σου προσέφεραν θυσία, ολοκαύτωμα, τους Έλληνες, οι μισάνθρωποι οπαδοί Σου.
Πόσοι αθώοι θυσιάστηκαν για να υψωθεί η μοναρχία Σου, πόσες ανθρωποθυσίες απαίτησες από τη μεμιασμένη συμμορία που έχρισες ιερατείο Σου. Πόσες ζωές άδικα μαρτύρησαν εγκλήματα που δεν είχαν πράξει, πόσα δάκρυα χύθηκαν για να σβήσουν τις πύρινες γλώσσες Σου, το αδηφάγο στόμα Σου, τον διψασμένο για αίμα λάρυγγά Σου.
Είσαι, λένε, ο θεός της αγάπης, της ειρήνης, ο θεός των φτωχών, ο προστάτης των αδυνάτων, ο θεός της δικαιοσύνης. Είναι φοβερό το πόσο μου θυμίζεις τους τυράννους, εκείνους ειδικά που προσαγορεύονται φιλάνθρωποι, σωτήρες, νικάτορες, πατέρες και απελευθερωτές λες και με τα επίθετα αυτά ξεγελούν κανέναν για πολύ καιρό. Εσύ, όμως, είσαι ο μεγαλύτερος από όλους τους τυράννους, ο ύψιστος, αφού από Εσένα εκπορεύεται πάντα η εξουσία τους. Εσύ ο πρώτος διδάξας της μέγιστης απάτης, στέκεις μακάριος στο απυρόβλητο και δεν αναλαμβάνεις ποτέ τις ευθύνες των εγκλημάτων των οπαδών Σου όσο και αν γίνονται πάντα στο όνομά Σου! Οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται όπως Εσύ τους αποκαλούμε λαμόγια, Εσένα όμως σε αποκαλούμε πανάγαθο και δίκαιο, αν και ποτέ δεν έπραξες κάτι αγαθό, ποτέ δεν δίκασες με δικαιοσύνη, λόγια σοφίας πρωτόλεια ποτέ δεν ακούστηκαν από τους προφήτες Σου.
Είσαι ένας σφετεριστής, ένας πραξικοπηματίας, ένας κουτοπόνηρος Ανατολίτης, που έφθασε στην αγορά της πόλης μας κρυμμένος ως λαθρεπιβάτης μέσα στις αποσκευές ενός περιπλανώμενου Ιουδαίου με ρωμαϊκό διαβατήριο. Ζήλεψες τους βωμούς και τους καλλιμάρμαρους ναούς των θεών μας. Φθόνησες την ευσέβειά μας στους πατρώους και μητρώους θεούς. Εξόριστος από την έρημο που σε γέννησε, διψασμένος από την ανυδρία του τόπου Σου, πόθησες τη σκιά των αιωνόβιων δασών μας, τη δροσιά της θάλασσας μας και τα κρυστάλλινα κρύα νερά των ορμητικών ποταμιών μας σαν κατεβαίνουν από τα ψηλά βουνά να ποτίσουν τη γη, να ξεδιψάσουν τα κοπάδια και τις πόλεις των ανθρώπων.
Και σαν κουτοπόνηρος Ανατολίτης δεν τόλμησες καν να πεις το όνομά Σου, αλλά όπως οι απατεώνες, συστήθηκες στους σοφούς μας ως ο Άγνωστος Θεός, δηλαδή ως ένας άλλος, αφού έξω από την Παλαιστίνη δεν σε ήξερε κανείς, ενώ όποιος κατά τύχη σε είχε ακούσει είχε να πει μόνο για τις ιδιοτροπίες Σου, εσένα και του καθ’ ομοίωση λαού Σου, ή μάλλον –ορθότερα- του λαού που σε έπλασε καθ’ ομοίωσή του!
Γέμισες τις ψυχές και τις καρδιές των ανθρώπων με τρόμο, αυτή είναι η βασιλεία Σου, η βασιλεία του τρόμου και του φόβου. Είσαι τιμωρός, είσαι εκδικητικός, όποιος τολμήσει και σταθεί ενάντια ή απέναντί Σου, είναι εχθρός Σου, όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, διακήρυξες! Και με αυτή Σου τη δήλωση κατέλυσες την ελευθερία, την επιστήμη, τη λογική, τη δημοκρατία, το δικαίωμα της επιλογής, το αυτονόητο της συνύπαρξης με το άλλο, το διαφορετικό, το αιρετικό! Αλίμονο σε όσους τολμήσουν να αμφισβητήσουν τη μεγαλειότητά Σου. Τα μπουντρούμια αυτής της ζωής που έχεις οικοδομήσει είναι ένα τίποτα μπροστά στο μεταθανάτιο κολαστήριο που τους περιμένει. Κάτεργα αιώνια δίχως απόδραση τους προσμένουν, άσβεστες φωτιές, καζάνια και φριχτά βασανιστήρια, δίχως σωτηρία, δίχως άλλη ευκαιρία.
Δεν είσαι καν πρωτότυπος, αλλά ένας φθηνός λογοκλόπος που πήρε τα λόγια των παλιών και τα εμφάνισες ως δικά Σου. Σαν εκείνους τους ημιμαθείς που αποστηθίζουν τσιτάτα και αποφθέγματα για να φαίνονται σπουδαίοι, αλλά ούτε την ουσία των λόγων καταλαβαίνουν, ούτε καν το πριν και το μετά όσων λένε, όπως οι παπαγάλοι.
Και επειδή παριστάνεις τον μεγάλο και τον πάνσοφο, τώρα δα θα σε ξεσκεπάσω και την απάτη Σου θα καταδείξω. Οι απόστολοί Σου είπαν ότι πρώτος εσύ είπες το μη κρίνεις για να μην κριθείς και το εμφάνισαν ως δήθεν κάτι σπουδαίο. Από μόνο του όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτα, ή μάλλον σημαίνει την κατάργηση της κριτικής σκέψης και της δημοκρατίας, διότι αυτός που δεν κρίνει τον λέμε άκριτο, και ως τέτοιος καταντά άβουλος και δούλος της κάθε εξουσίας που δεν αντέχει και δεν επιτρέπει την κριτική. Ίσως, να ήθελες να πεις, ότι: «Το πιο εύκολο απ’ όλα είναι να κατηγορούμε τον διπλανό μας, όταν αυτό γίνεται με άχρηστο και μάταιο τρόπο, εκτός αν αποβλέπει σε κάποιου είδους επανόρθωση ή προφύλαξη από παρόμοια σφάλματα. Δεν πρέπει να διστάζουμε ν’ απευθύνουμε διαρκώς στον εαυτό μας, προκειμένου περί αυτών που κάνουν λάθη, τη ρήση του Πλάτωνα ˝Μήπως είμαι και εγώ όπως αυτοί;˝ Όπως δηλαδή βλέπουμε τα μάτια μας να λάμπουν στα μάτια των άλλων, έτσι και στην περίπτωση των λόγων, πρέπει να έχουμε την εικόνα των δικών μας στους λόγους των άλλων, για να μην περιφρονούμε με αλαζονεία τους άλλους και να φροντίζουμε περισσότερο επιμελώς τους εαυτούς μας στο ζήτημα του λόγου. Προς τούτο είναι χρήσιμη και η διαδικασία της παραβολής (σύγκρισης)…»[1]. Αλλά αυτά τα λόγια δεν είναι ούτε δικά Σου, ούτε των αποστόλων Σου, αλλά του φιλόσοφου και αρχιερέα των Δελφών Πλούταρχου, που μας εξηγεί ότι οφείλουμε πρώτα να κάνουμε την αυτοκριτική μας πριν κρίνουμε τους άλλους. Και χωρίς να καταργεί την κριτική, της θέτει προϋποθέσεις, ορθές και λογικές, διότι αλλιώς είμαστε αλαζόνες και γεμάτοι από την έπαρση της ματαιοδοξίας που μας καταντά γελοίους και αμετροεπείς στα μάτια των σοφών και των λογικών. Εσύ απ’ όλα αυτά δεν κατάλαβες προφανώς τίποτα, ή δεν ήθελες να καταλάβεις. Ίσως γιατί σε βολεύουν τα μετέωρα αποφθέγματα, που ο καθένας δύναται να ερμηνεύσει όπως θέλει ή μπορεί και να τα χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν! Αλλά αυτό δεν είναι θεϊκή σοφία, αλλά μπαγαποντιά, διότι ενέχει δόλο ενώ το Θείον είναι Αγαθό. Επίσης πώς είναι άραγε δυνατόν τα λόγια Σου να είναι κατώτερα από των ανθρώπων και να υστερούν σε σοφία; Αλλά όπως είπαμε εξαρχής, Εσύ ούτε μιλάς, ούτε απαντάς, παρά μόνο σε κάτι περίεργους και περιθωριακούς τύπους, που ελέγχονται ως συμπεριφορές και συμπτώματα από την ψυχιατρική!
Θαυμάζουν οι οπαδοί Σου τη θέση που πήρες στη θεολογική διένεξη μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών, σχετικά με το που κατοικείς, εσύ και ο πατέρας Σου, και που είναι ο σωστός τόπος λατρείας Σου, επειδή τους υπέδειξες ότι ο θεός κατοικεί παντού και δεν είναι ανάγκη να πάει κανείς στο ναό Σου για να σε βρει ή να Σου απευθυνθεί. Αλλά ούτε και σε αυτό είπες κάτι καινούργιο, αφού ο Κύπριος φιλόσοφος Δημώναξ είχε ήδη απαντήσει. Όταν κάποιος φίλος του, που το παιδί του ήταν άρρωστο, του είπε: «˝Πάμε, Δημώναξ, στο Ασκληπιείο να προσευχηθούμε για τον γιο μου˝, του απάντησε: ˝Τελείως κουφό πρέπει να θεωρείς τον Ασκληπιό, αν πιστεύεις ότι δεν μπορεί να ακούσει τις ευχές μας και από εδώ˝»[2].
Παινεύουν οι οπαδοί Σου την άφεση αμαρτιών που έδωσες στους εκτελεστές Σου λίγο πριν ξεψυχήσεις πάνω στον σταυρό. Και δοξάζουν το πόσο φιλάνθρωπος θεός Είσαι από αυτό το γεγονός. Και εδώ όμως δεν έκανες κάτι περισσότερο από ό,τι είχε ήδη κάνει πριν από Εσένα ένας θνητός, ο Αθηναίος πολιτικός Φωκίων, σύγχρονος του βασιλιά των Μακεδόνων Αλέξανδρου που η ιστορία αποκάλεσε και Μέγα. Ο Φωκίων, λοιπόν, σαν οδηγούνταν στον θάνατο από τους πολιτικούς του αντιπάλους έπραξε τα ακόλουθα:
«Μετά τον θάνατο του Αντίπατρου, αποκαταστάθηκε στην Αθήνα το δημοκρατικό πολίτευμα, οπότε ο Φωκίων και οι φίλοι του καταδικάστηκαν από την εκκλησία του δήμου σε θάνατο. Οι άλλοι, λοιπόν, οδηγούνταν να θανατωθούν κλαίγοντας· τον Φωκίωνα, όμως, που βάδιζε σιωπηλός, τον συνάντησε κάποιος από τους εχθρούς του και τον έφτυσε στο πρόσωπο. Κοίταξε τότε προς τους αξιωματούχους και είπε: ˝Δεν θα τον κάνει κάποιος να σταματήσει ν’ ασχημονεί;˝.
»Όταν κάποιος από κείνους που επρόκειτο να θανατωθούν μαζί του έκλαιγε και θρηνούσε, του είπε: ˝Θούδιππε, δεν είσαι ευχαριστημένος που πεθαίνεις μαζί με τον Φωκίωνα;˝.
»Όταν, αφού του δόθηκε πλέον το κύπελλο με το δηλητήριο, ρωτήθηκε αν αφήνει κάποιο μήνυμα στο γιο του, είπε: ˝Από πλευράς μου του παραγγέλλω και του ζητώ να μην κρατήσει καθόλου κακία στους Αθηναίους˝»[3].
Ούτε λοιπόν και εδώ Είσαι πρωτότυπος, γιατί ενώ τόσο Εσύ, όσο και ο Φωκίων, δικαστήκατε, καταδικαστήκατε και οδηγηθήκατε στον θάνατο από τους πολιτικούς σας αντιπάλους (Φαρισαίους και δημοκρατικούς αντίστοιχα), Εσύ ως θεός δεν ξεπέρασες πουθενά τον Φωκίωνα. Και αν η τελευταία κουβέντα ενός άνδρα συνηθίζουμε να λέμε ότι χαρακτηρίζει την υστεροφημία του, είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς πώς η δική Σου άφεση είναι γνώρισμα θεού και του Φωκίωνα θνητού!
Επειδή πράγματι η ζωή Σου δεν έχει τίποτα το θεϊκό να επιδείξει, οι πράξεις και τα λόγια Σου πουθενά δεν ξεπέρασαν τα αντίστοιχα των ανθρώπων, οι οπαδοί Σου είπαν ότι Είσαι θεός επειδή δήθεν αναστήθηκες και αναλήφθηκες στους ουρανούς. Αν και για αυτό δεν έχουν καμιά απόδειξη να προσκομίσουν, παρά μόνο μία δύο μαρτυρίες δίχως εξακρίβωση (θα μπορούσαν να είναι και ψευδομαρτυρίες δηλαδή), έχω να Σου πω ότι ούτε και εδώ Είσαι πρωτότυπος. Διότι και πριν από Εσένα θνητοί πέθαναν και ύστερα ειπώθηκε για αυτούς ότι αναστήθηκαν και έτσι νομίσθηκαν ως θεοί. Ενώ λοιπόν εκείνες τις περιπτώσεις τις ελέγχουμε ως αναληθείς διαδόσεις και φήμες, Εσύ που δεν ξεφεύγεις από την κοινή με εκείνους συνομοταξία, θες όχι μόνο να Είσαι θεός, αλλά και ο μόνος που νίκησε τον θάνατο, ο μόνος αληθινός θεός επειδή ακριβώς αναστήθηκες, αλλά αφού δεν είσαι ο μοναδικός που σηκώθηκε από τον τάφο, πώς άραγε θες να Είσαι και ο μόνος αληθινός θεός; Ή θα δεχθούμε ότι όλοι όσοι πέθαναν και αναστήθηκαν είναι αληθινοί θεοί, ή θα δεχθούμε ότι όλες οι περιπτώσεις είναι παραμύθια, αφού ακλόνητες αποδείξεις ότι συνέβη κάτι τέτοιο ούτε Εσύ, ούτε οι πριν από Εσένα νεκραναστημένοι δύνανται να προσκομίσουν! Για να Σου θυμίσω, λοιπόν, μερικές δοξασίες όμοιες ή παρόμοιες με ό,τι διαδίδουν οι οπαδοί Σου για να πείσουν σχετικά με την θεότητά Σου, όταν γιορτάζουν την Ανάστασή Σου στις αρχές της άνοιξης:
«Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός, έκαναν βακχικές τελετές προς τιμήν του, τον χειμώνα τους κατευνασμούς και το καλοκαίρι τις ανεγέρσεις. Οι Παφλαγόνες, τέλος, ισχυρίζονται ότι τον χειμώνα είναι ο θεός δεμένος και φυλακισμένος, ενώ την άνοιξη κινείται και ελευθερώνεται. Η ίδια η εποχή υποβάλλει τη σκέψη πως η κατήφεια οφείλεται στην εξαφάνιση των καρπών, τους οποίους οι παλιοί δεν θεωρούσαν βέβαια θεούς, αλλά δώρα των θεών αναγκαία και μεγάλα για να μη ζούμε σαν τα άγρια θηρία. Την εποχή, λοιπόν, που έβλεπαν από τη μια τους καρπούς να εξαφανίζονται εντελώς από τα δέντρα και να λείπουν, ενώ, από την άλλη, οι ίδιοι τους φύτευαν με πολλή δυσκολία και μεγάλα προβλήματα, ξύνοντας τη γη με τα χέρια και με τα χέρια καλύπτοντάς τους πάλι, βάζοντάς τους εκεί, χωρίς να ξέρουν, αν θα εμφανιστούν ξανά και αν θα ολοκληρωθούν, έκαναν πράγματα παρόμοια με εκείνα που κάνουν όσοι θάβουν τους νεκρούς και τους πενθούν. Έπειτα, όπως εμείς λέμε γι’ αυτόν που αγοράζει τα βιβλία του Πλάτωνα ότι αγοράζει Πλάτωνα και όποιον παρουσιάζει τα ποιήματα του Μενάνδρου ότι παίζει Μένανδρο, έτσι και εκείνοι δεν δίσταζαν να ονομάσουν τα δώρα και τα έργα των θεών με τα ονόματα των θεών, τιμώντας τα, επειδή τους ήταν αναγκαία, και λατρεύοντάς τα. Οι επόμενοι όμως, απαίδευτοι και αμαθείς, τα παραλάμβαναν, κατ’ αντιστροφή απέδιδαν τα παθήματα των καρπών στους θεούς και δεν αποκαλούσαν μόνον, αλλά και πίστευαν, την εμφάνιση και την εξαφάνιση των αναγκαίων καρπών ως γέννηση και θάνατο των θεών, γεμίζοντας έτσι το μυαλό τους με άτοπες, αυθαίρετες και συγκεχυμένες δοξασίες, μολονότι έβλεπαν καθαρά το άτοπο και τον παραλογισμό. Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς…»[4].
Ωστόσο, με αυτό το απόσπασμα του Πλούταρχου αποκαλύπτεται μόνο ένα μέρος της απάτης Σου. Εκείνο που μας εξηγεί γιατί η Ανάστασή Σου γιορτάζεται στις αρχές της άνοιξης και πώς οι άνθρωποι αρχικά νόμισαν ότι οι θεοί πεθαίνουν και ανασταίνονται σε συνδυασμό με τις παλαιότερες αντιλήψεις και τελετές που σφετερίστηκες. Τώρα έρχεται και το καλύτερο. Νομίζεις ότι μόνο Εσύ πέθανες και αναστήθηκες την τρίτη μέρα; Πριν από Εσένα αυτό συνέβη και με κάποιον Θεσπέσιο από τους Σόλους, έναν απαράδεκτο τύπο, κοινώς ρεμάλι, ο οποίος αφού κατασπατάλησε όλη την περιουσία του το έριξε στις κομπίνες για να την αναπληρώσει. Κάποτε αυτός ρώτησε το Μαντείο του Αρχίλοχου, αν θα ζήσει καλύτερα την υπόλοιπη ζωή του. Και πήρε την απάντηση, ότι «…θα ευτυχήσει περισσότερο όταν πεθάνει. Κατά, κάποιο τρόπο, λοιπόν, τούτο του συνέβη λίγο αργότερα. Πέφτοντας από μεγάλο ύψος, χτύπησε στον αυχένα του και, παρ’ ότι δεν δημιουργήθηκε τραύμα αλλά μόνο κάποιο τράνταγμα, πέθανε. Την τρίτη μέρα από τον θάνατό του, κατά την ταφή του, ζωντάνεψε. Αφού ανέρρωσε γρήγορα και ανέλαβε τις δυνάμεις του, άλλαξε ζωή κατά τρόπο απίστευτο»[5].
Άρα, ούτε και εδώ έπραξες κάτι καινούργιο, αν δεχθούμε τελικά ότι πράγματι πέθανες και αναστήθηκες, διότι θα μπορούσε απλά να είναι μια συνηθισμένη περίπτωση νεκροφάνειας...
(...θα έχει και συνέχεια!!!!)
[1] Πλούταρχος, «Περί του Ακούειν», 40D, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
[2] Λουκιανός, «Δημώνακτος βίος», 27, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1994.
[3] Πλούταρχος, «Βασιλέων αποφθέγματα και στρατηγών», 189, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
[4] Πλούταρχος, «Περί Ίσιδος και Οσίρδος», 378E-379A-C, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
[5] Πλούταρχος, «Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων», 563D, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
[2] Λουκιανός, «Δημώνακτος βίος», 27, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1994.
[3] Πλούταρχος, «Βασιλέων αποφθέγματα και στρατηγών», 189, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
[4] Πλούταρχος, «Περί Ίσιδος και Οσίρδος», 378E-379A-C, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
[5] Πλούταρχος, «Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων», 563D, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1995.
αγαπητό μου παιδί...
ΑπάντησηΔιαγραφήπόση μοναξιά πρέπει να νιώθεις για να αφήνεις τόσες φλύαρες λέξεις να μαλακώνουν τον ισχυρό θυμό σου απέναντι σε μένα...που είμαι -αλήθεια- πάντα Απών και πάντα Ένοχος.
Η δύναμη των θεών μετριέται στο νου των ζώντων Άνθρωπε. Μη σπαταλάς το χρόνο σου, λοιπόν. Εσύ κι εγώ δε θα συναντηθούμε παρά μονάχα στη συναίνεση ή την οργή...κι όχι στις λέξεις.
Εξαιρετικό! Μέσα σε ένα πολύ μικρό κείμενο κατάφερες να περιγράψεις όλη αυτή την άρρωστη κατάσταση που μαστίζει την ψυχοσύνθεση του Έλληνα τους τελευταίους 16 αιώνες!
ΑπάντησηΔιαγραφήΜην είσαι άδικος. Ο Γιαχβέ είναι ένας πολυπράγμων θεός.
ΑπάντησηΔιαγραφήΠέρα από ρατσιστής, τοκογλύφος, αδίστακτος δολοφόνος, μισάνθρωπος,
ζηλότυπος, δουλέμπορος και ΑΘΕΛΛΗΝΑΣ τι άλλο είναι ο Γιαχβέ;
1. ΜΙΣΟΓΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ: «και οι άνθρωποι της πόλεως
αυτής θέλουσι λιθοβολήσει αυτήν (τη μη παρθένα γυναίκα) και θέλει
αποθάνει.» (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΒ’21).
2. ΦΙΛΟΧΡΗΜΑΤΟΣ, ΜΙΖΑΔΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ : « Εμού είναι
το αργύριον και εμού το χρυσίον λέγει ο Κύριος των δυνάμεων»
(Αγγαίος Β’8).
«Και δεν θέλουσι εμφανίζεσθαι ενώπιον του Κυρίου κενοί»
(ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΙΣΤ’16). Θέλει μίζα δηλαδή.
« Άπαν δε το αργύριον και το χρυσίον, και τα σκεύη τα χάλκινα και τα
σιδηρά, είναι αφιερωμένα εις τον κύριον, εις το θησαυροφυλάκιον του
Κυρίου θέλουσι εισαχθή» (ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΣΤ ’19).
3. ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ. Ναι, πάλευε μια ολόκληρη νύχτα με τον Ιακώβ και
αφού δυσκολεύτηκε να τον νικήσει, τον βάφτισε «ΙΣΡΑΗΛ» που θα
πει δυνατός : « Ο δε Ιακώβ έμεινε μόνος και επάλαιε μετ’ αυτού
άνθρωπος ω τα χαράγματα της αυγής (…). Δεν θέλει καλεσθή πλέον το
όνομάσου Ιακώβ αλλά Ισραήλ» (ΓΕΝΕΣΙΣ ΛΓ’ 24-27).
4. ΠΟΛΥΤΕΚΝΟΣ: « Επεσκέφθη δε ο Κύριος την Άννα και συνέλαβε και
εγέννησε τρεις υιούς και δύο θυγατέρας» (ΣΑΜΟΥΗΛ ΑΒ’21)
5. ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ : «Και θέλεις φάγει τον καρπόν της κοιλίας σου, τα
σάρκας των υιών σου και των θυγατέρων σου» (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ
ΚΗ’53)
6. ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΑ ΚΟΠΡΑΝΑ και συμβουλεύει τους Εβραίους στρατιώτες
να κουβαλούν μαζί τους ένα φτυάρι και να θάβουν τα κόπρανά τους
διότι ο Γιαχβέ όταν έχει αϋπνίες συνηθίζει τα τριγυρνά μέσα στα
στρατόπεδα αλλά φοβάται μήπως και πατήσει σκατά………….
«Και θέλεις έχειν τόπον έξω του στρατοπέδου, και θέλεις έχειν
πτυάριον μικρόν μεταξύ των όπλων σου. Και όταν κάθησε έξω, θέλεις
σκάπτει δι’ αυτού και θέλεις στρέψει και σκεπάσει το εξερχόμενον από
σου. Διότι ο Κύριος ο θεός σου περιπατεί εν μέσω του στρατοπέδου
σου.» (ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΓ’ 13-14).
Καλό Στέφανε!
ΑπάντησηΔιαγραφήΆσε που είναι και δεξιοκαραφασίστας ο Γιαχβέ.
Μαρία με τα Κίτρινα.
Το κείμενό σου είναι υπέροχο, περιγράφει με πειστικότητα την πρωταρχική αιτία των δεινών που επέφερε το εξ ανατολών δόγμα στην ανθρωπότητα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕύγε Στέφανε, αναγνώρισα σ’ αυτό πράγματι τον προ 3 ετών ασυμβίβαστο και αδογμάτιστο Έλληνα. Τότε που ως επί κεφαλής των Ελλήνων, τους ενέπνεες για αγώνες ανατροπής του Ρωμαίικου κατεστημένου.
Σε αναμονή της συνέχειας του «γράμμα σου στο Θεό», θα παραθέσω μερικά σχόλια του Νομπελίστα ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ με αφορμή το βιβλίου του «Κάιν». Στην παλιά διαθήκη περιγράφεται ένας «θεός ωμός, μνησίκακος, εκδικητικός, ζηρόφθονος και ανυπόφορος» και συνιστά στους ανθρώπους να μην τον εμπιστεύονται. «Το ανθρώπινο μυαλό είναι σπουδαίος δημιουργός παράλογων εννοιών και ο θεός είναι η πιο παράλογη απ’ όλες. Χωρίς τη βίβλο θα ήμασταν διαφορετικοί, πιθανώς καλύτεροι άνθρωποι, πώς είναι δυνατόν η βίβλος να είναι πνευματικός οδηγός, όταν είναι γεμάτη με τρόμο, αιμομιξίες, προδοσίες και σφαγές.»
Ελένη Ζυγουράκη