Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009


Η καταστροφή της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης από τους χριστιανούς (391 μ.Χ.)


Από τον ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ
Τα πρώτα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα της αρχαιότητας που δέχτηκαν την επίθεση των χριστιανών, ήταν η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και το Μουσείο της πόλης, το 391 μ.Χ. Τα δραματικά γεγονότα έχουν ως εξής: Το έτος 385 πατριάρχης Αλεξάνδρειας έγινε ο Θεόφιλος. Ακολουθώντας πιστά την πολιτική του αυτοκράτορα Θεοδοσίου που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Πολιτισμού και αποφασίζοντας να εφαρμόσει τα διατάγματα του 390, άρχισε να καταδιώκει τους Έλληνες.
Στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα ξέσπασαν ταραχές, εξαιτίας της οικειοποίησης και κατάληψης από την Εκκλησία ελληνικών (εθνικών) Ιερών. Η αναταραχή που προκλήθηκε στάθηκε και η καλύτερη αφορμή για τον Πατριάρχη ώστε να καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στο Σαράπειο, το οποίο πέρα από θρησκευτικό κέντρο Ελλήνων (Ιερό του ελληνοαιγυπτιακού θεού Σάραπη) στην πραγματικότητα λειτουργούσε ως η δεύτερη, «η Μικρή ή Θυγατρική» όπως την αποκαλούσαν, Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη. Εκεί φυλάσσονταν κυρίως αντίγραφα των έργων της κυρίου Βιβλιοθήκης, ενώ ως δημόσια βιβλιοθήκη ήταν ανοιχτή όλο το εικοσιτετράωρο για τους φιλομαθείς πολίτες. Ο Θεόφιλος, τον Ιούνιο του 391, επικαλούμενος το διάταγμα του Θεοδοσίου, το οποίο απαγόρευε μεταξύ άλλων και την όποια απόδοση τιμών στους θεούς των Ελλήνων, αποφάσισε να καταλύσει τη θεραπεία του Σάραπη και παράλληλα να καταστρέψει τη Βιβλιοθήκη. Ωστόσο, μόλις οι Έλληνες της πόλης πληροφορήθηκαν τις προθέσεις του αντέδρασαν δυναμικά.
Μία αποφασισμένη ομάδα φιλοσόφων, δασκάλων, φοιτητών και άλλων διανοούμενων οχυρώθηκαν μέσα στο Ιερό-βιβλιοθήκη για να την υπερασπιστούν ενώ παράλληλα έκαναν αιφνιδιαστικές εφόδους κατά των πολιορκητών τους, χριστιανών μοναχών της ερήμου κυρίως, σκοτώνοντας πολλούς. Αρχηγός των υπερασπιστών της «Θυγατρικής Βιβλιοθήκης» και του Ιερού τεμένους ήταν ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ολύμπιος ενώ στο πλευρό του πολεμούσαν οι διδάσκαλοι της Ελληνικής γλώσσας Αμμώνιος και Ελλάδιος καθώς και οι ποιητές Παλλαδάς και Κλαυδιανός. Οι ιστορικοί της Εκκλησίας
[1] αναφέρουν ότι, ντυμένος ο Ολύμπιος με τον φιλοσοφικό χιτώνα, τέθηκε επικεφαλής των αμυνομένων. Ενίσχυσε την αίσθηση του αγώνα των Ελλήνων τόσο πολύ, ώστε κανένας δεν έφερε αντίρρηση στα λόγια που «έρεαν από το άγιο στόμα του» καθώς ζητούσε απόλυτο πνεύμα θυσίας για την άμυνα των Ιερών. Ο Ολύμπιος βεβαίως δεν ήταν τυχαίος φιλόσοφος. Παράλληλα ήταν και ιερέας του Σάραπη και υπό αυτή του την ιδιότητα και βιβλιοθηκάριος της Θυγατρικής Βιβλιοθήκης. Αλλά και οι δύο διδάσκαλοι της Ελληνικής, Αμμώνιος και Ελλάδιος ήταν επίσης ιερείς. Ο Αμμώνιος ήταν ιερέας του Ερμή (Τοθ) και ο Ελλάδιος του Διός (Άμμωνα). Έδωσαν σθεναρές μάχες υπερασπιζόμενοι το Ιερό της Γνώσης, ο δε Ελλάδιος περηφανευόταν πως είχε σκοτώσει εννέα χριστιανούς στις οδομαχίες γύρω από τη Βιβλιοθήκη. Οι μάχες έλαβαν τέλος μετά από επέμβαση του ίδιου του Θεοδοσίου, ο οποίος διέταξε τους Έλληνες να εγκαταλείψουν το ναό, παρέχοντάς τους εγγυήσεις για την ασφαλή τους αποχώρηση, οι πεσόντες χριστιανοί ανακηρύχτηκαν μάρτυρες της Πίστης και το Σαράπειο παραδόθηκε στην Εκκλησία. Οι λόγοι που οι Έλληνες υπερασπιστές του Ιερού δέχθηκαν να αποχωρήσουν συνοψίζονται στο γεγονός, ότι η αποτελεσματική μέχρι τότε αντίστασή τους στους πολιορκητές μοναχούς και οπλοφόρους υπάλληλους της Εκκλησίας δεν θα είχε καμία τύχη απέναντι στο ρωμαϊκό στρατό, ο οποίος μετά το αυτοκρατορικό διάταγμα θα επενέβαινε δυναμικά υπέρ των χριστιανών. Έτσι, μετά από ηρωική αντίσταση το Σαράπειο παραδόθηκε στην Εκκλησία. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, Θεόφιλος, επικεφαλής όχλου, μοναχών και στρατού εισέβαλλε με καταστροφική μανία και παρέδωσε στη φωτιά χιλιάδες επιστημονικά και φιλοσοφικά συγγράμματα, σύντριψε αγάλματα και άλλα έργα τέχνης, ενώ δολοφόνησε όσους επιχείρησαν την έσχατη στιγμή να υπερασπιστούν τους εν λόγω ναούς της Γνώσης, διότι «προθύμως υπερμάχοντο των ναών οι ελληνισταί»[2]. Ο Ευνάπιος (346-414 μ.Χ.) περιγράφει την καταστροφή της Θυγατρικής Βιβλιοθήκης, η οποία ανυπεράσπιστη πλέον έπεσε στα χέρια των χριστιανών:
«…η θεραπεία
[3] στην Αλεξάνδρεια και το ιερό του Σάραπη χάθηκαν. Όχι μόνο οι υπηρεσίες προς τους θεούς αλλά και τα οικοδομήματα και όλα έγιναν όπως ακριβώς στους μύθους των ποιητών, τότε που επικράτησαν οι Γίγαντες. Τα ιερά στην Κάνωβο είχαν την ίδια τύχη. Βασιλιάς ήταν τότε ο Θεοδόσιος και αρχηγός των ανόσιων ο Θεόφιλος, άνθρωπος που έμοιαζε με τον Ευρυμέδοντα, "που βασίλευε κάποτε στους περήφανους Γίγαντες"[4], ο Ευάγριος ήταν ο έπαρχος της πόλης, ενώ στον Ρωμανό είχαν ανατεθεί οι στρατιωτικές λεγεώνες της Αιγύπτου. Αυτοί οι άνθρωποι, οχυρωμένοι πίσω από την οργή τους εναντίον των ιερών πέτρινων αγαλμάτων και ξόανων, ξέσπασαν πάνω σε αυτά τον θυμό τους, χωρίς καν να μιλήσουν για πόλεμο, κατέστρεψαν το Σαραπείο και πολέμησαν τα αναθήματα, κερδίζοντας μία νίκη χωρίς αντιπάλους και αντιμαχίες. Πολέμησαν πραγματικά τόσο γενναία εναντίον των αγαλμάτων και αναθημάτων, ώστε όχι μόνο τα νίκησαν αλλά και τα έκλεψαν, και η πολεμική τους τακτική ήταν να κρύβουν τα κλοπιμαία. Μόνο το πάτωμα του Σαραπείου δεν έκλεψαν εξαιτίας του βάρους των λίθων, που δεν μετακινούνταν εύκολα. Οι πολεμοχαρείς και γενναίοι αυτοί άνθρωποι, δείχνοντας τα χέρια τους αλέρωτα από αίμα, όχι όμως και από χρήματα, έλεγαν ότι είχαν νικήσει τους θεούς και λογάριαζαν την ιεροσυλία και την ασέβειά τους για έπαινο.
»Έπειτα εισήγαγαν στους ιερούς τόπους τους λεγόμενους μοναχούς, ανθρώπους στην εμφάνιση, που ζούσαν όμως σαν γουρούνια… (…) Οποιοσδήποτε φορούσε τότε μαύρο ένδυμα και του άρεσε να φέρεται άπρεπα δημοσίως είχε τυραννική εξουσία. Σε τέτοιο σημείο αρετής έφθασε η ανθρωπότητα»
[5].
Και ο Σωκράτης στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» (σελ. 363-365) συμπληρώνει με τη σειρά του την περιγραφή της καταστροφής από τον χριστιανικό όχλο που υπάκουγε στις προτροπές του πατριάρχη Θεόφιλου:
«Ταύτης της εξουσίας δραξάμενος ο Θεόφιλος, παντοίος εγένετο καθυβρίσαι τα των Ελλήνων μυστήρια και ανακαθαίρει μεν το Μιθρείον καταστρέφει δε το Σαράπειον… τα δε του Σαράπιδος (μυστήρια) και των άλλων γέλωτος εδείκνυ μεστά, τους φαλλούς φέρεσθαι κελεύσας δια μέσης αγοράς… τα μεν ουν ιερά κατεστρέφετο, τα δε αγάλματα των θεών κατεχωνεύετο εις λεβήτια»
[6].
Μάλιστα και την καταστροφή της Θυγατρικής Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης είχε υπονομεύσει με εμπρηστικά κηρύγματά του ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τι λοιπόν, άγιος έσται ο ναός του Σεράπιδος (Θυγατρική Βιβλιοθήκη) δια τα βιβλία; Μη γένοιτο!… αλλά δαίμονες οικούσι τον τόπον… μάλλον δε και αυτών (των Ελλήνων) όντων δαιμόνιων… και παρ’ αυτών βωμός στέκει απάτης αόρατος εις τον οποίον ψυχάς ανθρώπων θυσιάζουσι… κατάλαβε λοιπόν και φανέρωσε (διέδωσε) ότι δαίμονες κατοικούν εκεί»
[7]. Δαίμονες ήταν λοιπόν, κατά τον «σοφό» ιεράρχη, τα βιβλία και δαιμονικά ψυχοθυσιαστήρια οι βιβλιοθήκες των Ελλήνων. Τι απέγιναν όμως εκείνοι που υπερασπίστηκαν Σαράπειο; Ο Αμμώνιος και ο Ελλάδιος εγκατέλειψαν την πόλη και βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη. Αναπολούσαν και οι δύο με θλίψη τα γεγονότα της Αλεξάνδρειας και θρηνούσαν για την ήττα του Ελληνισμού. Ο επικεφαλής των αμυνομένων, φιλόσοφος Ολύμπιος, αμέσως μετά την ανακοίνωση του διατάγματος του Θεοδοσίου για καταστροφή του Ιερού, δραπέτευσε στην Ιταλία και δεν ξανακούστηκε πλέον τίποτα γι’ αυτόν. Ο Κλαυδιανός εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου αφοσιώθηκε σε δημιουργικές πολιτικές δραστηριότητες. Ο Παλλαδάς έμεινε στην Αλεξάνδρεια αλλά έπαψε να αμείβεται από την πόλη για τη διδασκαλία της ελληνικής λογοτεχνίας. Θρήνησε και αυτός, με τον τρόπο του, την καταστροφή της Ελληνικής Παιδείας μέσα από τα επιγράμματά του.


[1] Ρουφίνος, Σωζόμενος και Δαμάσκιος στο έργο του «Ισιδώρου Βίος» (Βλ. Rufinus, ΗΕ XI. 22-30. Σωζόμενος, ΗΕ VII.15. Dam. frags. Σελίδες 69-75-91-97 (Zintzen), Dam. Epit. Phot. 48 (σελίδα 70, Zintzen = frag. 92, σελίδες 69-71), πηγή: Maria Dzielska, «Υπατία η Αλεξανδρινή», σελίδα 153, εκδόσεις «Ενάλιος», Αθήνα 1997.
[2] Σωζόμενος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», VII, 15, 11-12.
[3] Θεραπεία, Ιων. –ηίη, η, (θεραπεύω) υπηρεσία, περιποίησις× εντεύθεν κατά ποικίλας σχέσεις, I. Επί προς., θ. θεών, υπηρεσία προς τους θεούς, θεία λατρεία. (Liddell & Scott, «Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», Αθήνα 1902, ανατύπωση από τις εκδόσεις «Γ. Γεωργακά»).
[4] Όμηρος, «Οδύσσεια», η΄, 59.
[5] Ευνάπιος, «Βίοι Φιλόσοφων και Σοφιστών», VI.11. 1-7, εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 2000.
[6] Πηγή: Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια», σελίδες 212-213, υποσημείωση 12, εκδόσεις «Στάχυ», 9η έκδοση, Αθήνα 1999.
[7] Ιωάννης Χρυσόστομος, «Λόγοι Κατά Ιουδαίων», 48.851.38 έως 852.35.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου