Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009


Ο Ρωμαιοχριστιανός ιστορικός Προκόπιος
αποκαλύπτει τις σφαγές του Ιουστινιανού
εις βάρος Ελλήνων και αιρετικών


Από τον ΣΤΕΦΑΝΟ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ
«…ο Ιουστινιανός δεν ήταν ανθρώπινο πλάσμα αλλά ήταν, όπως αναφέρθηκε, κάποιος δαίμονας ανθρωπόμορφος… (…) Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν έχει σκοτώσει τόσους πολλούς, ώστε κανένας άλλος στον κόσμο, μου φαίνεται, δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να πει τον ακριβή αριθμό τους, παρά μόνο ο θεός»[1].
Η παραπάνω περιγραφή του Ιουστινιανού ως ενός αιμοσταγή τυράννου δεν ανήκει σε κάποιον δηλωμένο αντιφρονούντα ή δηλωμένο εχθρό του, αλλά στον σύγχρονο του και επίσημο ιστορικό συγγραφέα των πράξεων του, Προκόπιο.
Ο Προκόπιος γεννήθηκε στην πόλη Καισάρεια της Παλαιστίνης γύρω στο 500 μ.Χ. Αρχικά άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρήτορα στη Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη). Το έτος 527 διορίστηκε ιδιαίτερος γραμματέας και νομικός σύμβουλος του στρατηγού Βελισαρίου, τον οποίο συνόδεψε στις πρώτες του εκστρατείες, στην Περσία, στην Αφρική και στην Ιταλία. Από τη θέση αυτή ανέλαβε συχνά σημαντικές αποστολές στην υπηρεσία της Ρώμης. Στην αυτοκρατορική αυλή, γνώρισε μεγάλες τιμές, ίσως να ήταν και ένας από τους ευνοημένους του Ιουστινιανού, εφόσον το έτος 560 μ.Χ. του αποδόθηκε ο τιμητικός τίτλος του «illustris». Δύο χρόνια αργότερα έγινε έπαρχος. Τα παραπάνω στοιχεία μαρτυρούν, ότι ήταν πρόσωπο που γνώριζε καλά τα όσα συνέβαιναν στα ανώτατα κλιμάκια της εκχριστιανισμένης ρωμαϊκής διοίκησης, η οποία έδρευε στην Κωνσταντινούπολη.
Ως ιστορικός συγγραφέας έγραψε τις «Ιστορίαι» του, όπου περιγράφονται στο σύνολο τους οι πολεμικές επιχειρήσεις επί της βασιλείας του Ιουστινιανού και το «Περί κτισμάτων», όπου περιγράφονται τα δημόσια κτήρια, ναοί και άλλα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα που έγιναν από τον ίδιο αυτοκράτορα. Το δεύτερο βιβλίο του χαρακτηρίζεται από τη στομφώδη γλώσσα και την αδιάκοπη κολακεία προς το αυτοκρατορικό ζεύγος Ιουστινιανού και Θεοδώρας.
Ωστόσο, ο ίδιος επίσημος ιστορικός του αυτοκράτορα, ο άνθρωπος που ανέλαβε να αφήσει αιώνιο και δοξασμένο το όνομα του Ιουστινιανού μέσω των γραπτών του, είναι ο ίδιος, ο οποίος εν αγνοία όλων των συγχρόνων του, κρυφά και μυστικά αποφάσισε -για χάρη των επόμενων γενιών- να γράψει και ένα τρίτο βιβλίο το περιεχόμενου του οποίου είναι ο αληθινός βίος του Ιουστινιανού, της Θεοδώρας και των συνεργατών τους, αυτή τη φορά απαλλαγμένος από την αυτοκρατορική λογοκρισία. Στον πρόλογο των «Ανέκδοτων», όπως ονομάστηκε το εν λόγω έργο, ο Προκόπιος εξηγεί τους σκοπούς που τον ώθησαν στη συγγραφή και μίας άλλης ιστορίας αντίθετα στην επίσημη που είχε συγγραφέα τον ίδιο:
«Εδώ θα καταγραφούν με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα έτυχε να συμβούν σε κάθε σημείο της ρωμαϊκής επικρατείας. Ο λόγος είναι ότι ήταν αδύνατο να καταγραφούν οι πράξεις με τον πρέποντα τρόπο όσο οι αυτουργοί τους ήταν ακόμα στη ζωή, γιατί, αν με ανακάλυπταν, δεν θα μπορούσα να γλιτώσω από τον πιο οικτρό θάνατο και δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος ούτε καν για την ασφάλεια των πιο στενών μου συγγενών. Αλλά και σε πολλές περιπτώσεις αναγκάστηκα να αποκρύψω τις αιτίες των γεγονότων που έχω αναφέρει στα προηγούμενα βιβλία μου. Θα χρειαστεί λοιπόν, στο σημείο αυτό της ιστορίας μου, να αποκαλύψω όχι μόνο όσα έχω προηγουμένως παρασιωπήσει, αλλά και τις αιτίες των γεγονότων που ήδη ανέφερα».
Στη συνέχεια του κειμένου διαβεβαιώνει τον αναγνώστη πως ό,τι γράφει είναι εντελώς αληθινά γεγονότα και διαβεβαιώνει τις επόμενες γενιές για τις προθέσεις του.
Πράγματι, διαβάζοντας κανείς τα «Ανέκδοτα» δεν αργεί να ανακαλύψει έναν Ιουστινιανό παρασάγγες απέχων από εκείνον που μας διδάσκει ακόμα και σήμερα η επίσημη ιστορία. Ο μεγάλος νομοθέτης εμφανίζεται ως ένας άνθρωπος που παραβίαζε συνεχώς το γράμμα του νόμου, ο μεγάλος στρατηλάτης ως ένας αδίστακτος σφαγέας και αποτυχημένος διπλωμάτης. Δεν λείπουν φυσικά οι κατηγορίες για κακή διαχείριση έως ανεξέλεγκτη σπατάλη των αυτοκρατορικών ταμείων, για σεξουαλικά όργια και διαστροφές με πρωταγωνίστριες την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τη γυναίκα του Βελισαρίου, Αντωνίνα.
Σημαντικές επίσης οι μαρτυρίες του Προκοπίου γύρω από τους διωγμούς, σφαγές και γενοκτονίες αιρετικών χριστιανών και Ελλήνων (όσων δηλαδή επέμεναν στους πατρώους ελληνικούς τρόπους), από την αιμοσταγή και αλαζονική διακυβέρνηση του Ιουστινιανού.

Οι σφαγές και οι διωγμοί που αποσιωπά η επίσημη ιστορία
Σύμφωνα προς τον Προκόπιο, ο Ιουστινιανός άρχισε τις σφαγές στο όνομα της «μίας και αληθούς πίστης, της Ορθοδοξίας», πρώτα από τις κοινότητες των αιρετικών χριστιανών:
«Σ’ ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπάρχουν πολλές δοξασίες των Χριστιανών που οι ίδιοι συνηθίζουν να τις αποκαλούν αιρέσεις, όπως των Μοντανών και των Σαββατιανών κι όλες οι άλλες που συνήθως παραπλανούν τις γνώμες των ανθρώπων. Όλους αυτούς τους πρόσταξε να απαρνηθούν την προηγούμενη πίστη τους επισείοντας, μεταξύ άλλων πολλών, και την απειλή ότι όποιος δεν συμμορφωνόταν, δεν θα μπορούσε πια να μεταβιβάσει την περιουσία του στα παιδιά του ή στους συγγενείς του. Τα ιερά όμως αυτών των αποκαλούμενων αιρετικών, και ιδιαίτερα εκείνα όπου ασκούσαν τη λατρεία κατά τη δοξασία του Αρείου, είχαν πλούτη αμύθητα. Ούτε ολόκληρο το σώμα των συγκλητικών ούτε άλλη τεράστια ομάδα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να συγκριθεί, τουλάχιστον στα πλούτη, με τα ιερά αυτά. (…) Πολλοί μάλιστα άνθρωποι, μολονότι στη πίστη τους ήταν ορθόδοξοι, με το πρόσχημα ότι οι δουλειές τους το επέβαλλαν, βιοπορίζονταν πάντα από τα ιερά αυτά. Ο αυτοκράτορας λοιπόν αφαίρεσε ξαφνικά όλα τα χρήματα από τα εν λόγω ιερά, αφού πρώτα δήμευσε τις κτηματικές τους περιουσίες. Έτσι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους έμειναν από τότε χωρίς πόρους ζωής.
»Πολλά πρόσωπα εξάλλου άρχισαν ευθύς να περιφέρονται παντού και να αναγκάζουν όποιον αιρετικό συναντούσαν να απαρνηθεί την πατροπαράδοτη πίστη του. Επειδή όμως η πράξη αυτή φάνηκε ανόσια στους αγροτικούς πληθυσμούς, αποφάσισαν όλοι να αντισταθούν σε εκείνους που τους επέβαλλαν να αλλάξουν την πίστη τους. Πολλοί λοιπόν σκοτώνονταν από τους στρατιώτες και πολλοί έδωσαν τέλος στη ζωή τους πιστεύοντας, μέσα στην αφροσύνη τους, ότι κάνουν έργο ύψιστης ευσέβειας. Οι περισσότεροι πάντως από αυτούς, ξεριζωμένοι από την πατρική τους γη, έπαιρναν το δρόμο της εξορίας. Οι Μοντανοί που κατοικούσαν στη Φρυγία κλείστηκαν από μόνοι τους μέσα στα ιερά τους και, βάζοντας φωτιά στους ναούς, χάθηκαν μαζί τους χωρίς κανένα λόγο.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν γεμάτη φονικά και εξορίες.
»Αμέσως μετά θεσπίστηκε ένας τέτοιος νόμος και για τους Σαμαρείτες
[2] και τότε ξέσπασαν στην Παλαιστίνη ακατάπαυστες ταραχές. Όσοι κατοικούσαν στη δική μου πατρίδα, την Καισάρεια, και στις άλλες πόλεις, πιστεύοντας ότι είναι βλακώδες να υποστούν οποιοδήποτε κακό για χάρη ενός ανόητου δόγματος, άλλαξαν το όνομα που είχαν τότε με το όνομα των Χριστιανών και, με το πρόσχημα αυτό, τα κατάφεραν να γλιτώσουν από τον κίνδυνο που τους απειλούσε εξαιτίας του νόμου. Όσοι από αυτούς είχαν έστω και λίγη λογική και σύνεση δεν δίστασαν καθόλου να ασπαστούν την ορθόδοξη πίστη, οι περισσότεροι όμως, αγανακτισμένοι που αναγκάστηκαν από το νόμο να απαρνηθούν παρά τη θέληση τους το πατροπαράδοτο δόγμα, προσχώρησαν στη στιγμή στους Μανιχαίους και τους αποκαλούμενους Πολύθεους. Οι γεωργοί εξάλλου συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί και αποφάσισαν να σηκώσουν τα όπλα εναντίον του αυτοκράτορα προβάλλοντας ως αυτοκράτορα τους κάποιο ληστή ονόματι Ιουλιανό, γιο του Σαβάρου. Για ένα διάστημα άντεξαν στη σύγκρουση με τους στρατιώτες, έπειτα όμως νικήθηκαν και σκοτώθηκαν όλοι, μαζί με τον αρχηγό τους. Λένε ότι στη μάχη αυτή χάθηκαν εκατό χιλιάδες (100.000) άνθρωποι και η γη εκείνη, που είναι η πιο εύφορη του κόσμου, έμεινε από τότε έρημη από καλλιεργητές. Αλλά και για τους ιδιοκτήτες της γης που ήταν χριστιανοί η υπόθεση αυτή είχε καταστρεπτικές συνέπειες: ενώ η γη δεν τους απέφερε πια τίποτε, ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν στον αυτοκράτορα τον βαρύτατο ετήσιο φόρο στον αιώνα τον άπαντα, επειδή οι αρχές δεν έδειξαν ποτέ οίκτο προκειμένου να εισπράξουν»[3].
Μόλις λοιπόν ο Ιουστινιανός ξεκαθάρισε τις θεολογικές διαφορές της Ορθοδοξίας με τους αιρετικούς Χριστιανούς και με κάποιες τοπικές λατρείες της Μέσης Ανατολής (με τις μεθόδους που μόλις διαβάσαμε), στράφηκε εναντίον των Ελλήνων, δηλαδή όσων διατηρούσαν με σθένος τους πατρώους ελληνικούς τρόπους, την ελληνική κοσμοαντίληψη και την ελληνική φιλοσοφία. Στο απόσπασμα που ακολουθεί είναι επίσης φανερή η πεισματική αντίσταση των Ελλήνων στους εκχριστιανισμούς που επιχειρούσαν εις βάρος τους οι Ρωμαιοιουδαιοχριστιανοί:
«Μετά από τους Σαμαρείτες άρχισε να καταδιώκει τους αποκαλούμενους Έλληνες, υποβάλλοντας τους σε σωματικά βασανιστήρια και αρπάζοντας τα χρήματα τους
[4]. Ακόμα και όσοι από αυτούς, στην προσπάθεια τους να γλιτώσουν με τα λόγια από τις επικείμενες συμφορές, αποφάσισαν να ασπασθούν δήθεν τη χριστιανική θρησκεία[5], αυτοί λοιπόν, τις περισσότερες φορές, συλλαμβάνονταν ύστερα από λίγο να κάνουν σπονδές και θυσίες και άλλα ανόσια έργα[6]».
Ο Προκόπιος αναφέρεται και στην ερήμωση της ελληνικής γης από ανθρώπους εξαιτίας της πολιτικής του Ιουστινιανού:
«Άλλους τους θέρισε ο πόλεμος κι άλλους η αρρώστια και η πείνα, που είναι βέβαια φυσικά επακόλουθα του πολέμου. Όσο για την Ιλλυρία και τη Θράκη ολόκληρη –που σημαίνει όλη την περιοχή από τον Ιόνιο κόλπο
[7] ως τα προάστια του Βυζαντίου, μέσα στην οποία βρίσκονται η Ελλάδα και η χώρα των Χερρονησιωτών[8]-, Ούννοι και Σκλαβήνοι και Άντες, κάνοντας επιδρομές εναντίον τους σχεδόν κάθε χρόνο αφότου ο Ιουστινιανός παρέλαβε την εξουσία, προξένησαν αγιάτρευτα κακά στους κατοίκους της. Πάνω από διακόσιες χιλιάδες ήταν, νομίζω, οι Ρωμαίοι που σκοτώνονταν ή γίνονταν σκλάβοι σε κάθε επιδρομή, ώστε η λεγόμενη «σκυθική ερημία» επικράτησε στ’ αλήθεια παντού σ’ αυτή τη χώρα»[9].
Ότι ο Ιουστινιανός ήταν ένας αδίστακτος σφαγέας των ίδιων των υπηκόων του και κυρίως των μη ορθόδοξων, το μαρτυρεί ο ίδιος ο Προκόπιος, ο οποίος αδυνατεί να θεωρήσει έναν τέτοιο τύραννο ανθρώπινο ον και τον θεωρεί «ενσαρκωμένο δαίμονα»
[10]:
«Ότι ο Ιουστινιανός δεν ήταν ανθρώπινο πλάσμα αλλά ήταν, όπως αναφέρθηκε, κάποιος δαίμονας ανθρωπόμορφος, θα μπορούσε κανείς να το αποδείξει σταθμίζοντας το μέγεθος των κακών που έκανε στους ανθρώπους, γιατί η δύναμη του ανθρώπου που δρα φανερώνεται στο υπέρμετρο μέγεθος των πράξεών του. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν έχει σκοτώσει τόσους πολλούς, ώστε κανένας στον κόσμο, μου φαίνεται, δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να πει τον ακριβή αριθμό τους, παρά μόνο ο θεός. Πιο γρήγορα, νομίζω, θα μετρούσε κανείς τους κόκκους της άμμου όλου του κόσμου παρά όσους σκότωσε ο αυτοκράτωρ αυτός. Υπολογίζοντας όμως κατά προσέγγιση τις περιοχές που κατάντησαν τελικά ακατοίκητες, λέω ότι χάθηκαν πολλά εκατομμύρια άνθρωποι»
[11].
Αναφέρει ακόμα ο Προκόπιος ότι συχνά οι αξιωματούχοι που αποκαλούνταν λογοθέτες
[12] υπεξαιρούσαν τους μισθούς των στρατιωτών για λογαριασμό τους και έτσι το στράτευμα έμενε απλήρωτο. Αν κανείς στρατιώτης τολμούσε να διαμαρτυρηθεί τον κατηγορούσαν ως Έλληνα, που εκείνη την εποχή εκτός όλων των άλλων[13] σήμαινε και δειλός όπως προκύπτει από το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Οι λογοθέτες ωστόσο, σ΄ όλο αυτό το διάστημα, μοιράζονταν με τον Ιουστινιανό τα χρήματα που προορίζονταν για τους στρατιώτες.
»Αλλά και με άλλες πολλές και διάφορες ζημιές καταπονούσαν τους στρατιώτες, σαν ένα είδος συνεχιστές των πολεμικών κινδύνων: Άλλους κατηγορούσαν ότι ήταν Γραικοί σαν να ήταν αδύνατο να αναδειχθεί γενναίος ένας άνθρωπος που κατάγεται από την
Ελλάδα»
[14].
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δηλαδή, σφαγές, βίαιοι και πολύνεκροι εκχριστιανισμοί, διωγμοί, επιδρομές βαρβάρων που ερήμωναν την ελληνική γη και οδηγούσαν χιλιάδες Έλληνες στη σκλαβιά, προσβολές και ατιμωτικές πράξεις, ο Ιουστινιανός έστειλε το λογοθέτη Αλέξανδρο Ψαλίδιο στην Ελλάδα, να αρπάξει για λογαριασμό του αυτοκράτορα όλα τα χρήματα των ελληνικών πόλεων, δίνοντας έτσι στους Έλληνες το τελειωτικό χτύπημα:
«Στη διάρκεια του ίδιου αυτού ταξιδιού, ο Αλέξανδρος έβλαψε και τους Έλληνες με τον εξής τρόπο:
»Από τον παλιό καιρό, οι αγρότες που είχαν τα χτήματα τους στην περιοχή των Θερμοπυλών είχαν τη φροντίδα του εκεί οχυρού και φρουρούσαν εκ περιτροπής το τείχος κάθε φορά που αναμενόταν να επιτεθούν κάποιοι βάρβαροι κατευθυνόμενοι προς την Πελοπόννησο. Τότε όμως ο εν λόγω Αλέξανδρος επισκέφτηκε την περιοχή και, με την πρόφαση ότι προνοεί για την ασφάλεια των Πελοποννησίων, αρνήθηκε να αναθέσει στους αγρότες τη φρούρηση του οχυρού. Εγκατέστησε λοιπόν εκεί δύο χιλιάδες περίπου στρατιώτες και όρισε οι μισθοί να μη χορηγούνται από το δημόσιο. αντίθετα, με το πρόσχημα αυτό, μετέφερε στο δημόσιο όλα τα χρήματα από όλες τις
πόλεις της Ελλάδας, τα προοριζόμενα είτε για δημοτικές ανάγκες είτε για δημόσια θεάματα, για να συντηρούνται τάχα στο εξής από τους πόρους αυτούς οι στρατιώτες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι σε όλη την Ελλάδα, ακόμα και στην ίδια την Αθήνα, κανένα δημόσιο κτίριο δεν επισκευάστηκε ούτε κανένα άλλο χρήσιμο έργο ήταν δυνατό να γίνει. Ο Ιουστινιανός ωστόσο, χωρίς καμιά χρονοτριβή, επικύρωσε τα μέτρα αυτά του Ψαλιδίου»
[15].
Ο αυτοκράτωρ-σύμβολο της Ορθοδοξίας, εκείνος που οικοδόμησε την Αγία Σοφία «το μέγα μοναστήρι», ο «μέγας» Ιουστινιανός, αποκαλύφθηκε μέσα από τα «Ανέκδοτα» κείμενα του επίσημου ιστορικού του, Προκοπίου, ως ένας αιμοβόρος τύραννος, ο οποίος βύθισε ολόκληρους πληθυσμούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στο αίμα και τη σφαγή. Ενώ σε ό,τι αφορά εμάς τους Έλληνες αποδείχθηκε μεγάλος διώκτης του Ελληνισμού: σφαγέας των Ελλήνων (που αρνούνταν τον χριστιανισμό εμμένοντας στις ελληνικές παραδόσεις), ανίκανος κυβερνήτης που άφησε την Ελλάδα απροστάτευτη στις βαρβαρικές επιδρομές, ληστής του δημοσίου χρήματος των ελληνικών πόλεων τις οποίες καταδίκασε σε οικονομικό και κοινωνικό μαρασμό.
Και ας μην λησμονούμε ότι ο Ιουστινιανός ήταν εκείνος που έκλεισε την πλατωνική Ακαδημία Αθηνών, μετά από συνεχή λειτουργία 900 περίπου ετών. Ο ίδιος ανάγκασε τους φιλοσόφους και τις επιστήμες σε εξορία μακριά από την Ελλάδα και όλη την αυτοκρατορία και έτσι οδήγησε την ανθρωπότητα στον πιο βαθύ μεσαίωνα. Σε ένα σκοτάδι που κράτησε χίλια περίπου χρόνια.

[1] Προκόπιος, «Ανέκδοτα», Κεφάλαιο Πέμπτο, 18. 1-5, μετάφραση Αλόη Σιδέρη, εκδόσεις «ΑΓΡΑ».
[2] Ο Προκόπιος εδώ εξηγεί και το πώς χάθηκε από προσώπου γης, το έθνος των Σαμαρειτών (φορείς συγγενών θρησκευτικών δοξασιών με εκείνες των Ιουδαίων), από τους οποίους -σήμερα- διασώζουν την πατροπαράδοτη και αρχαία θρησκεία τους μόνο μερικές εκατοντάδες σε όλη την Παλαιστίνη οργανωμένοι σε κλειστές κοινωνίες.
[3] Προκόπιος, «Ανέκδοτα», 11. 11-35.
[4] Με αυτές τις θεάρεστες μεθόδους εκχριστιανίζονταν οι Έλληνες…
[5] Η «δήθεν» αποδοχή του Χριστιανισμού από τους Έλληνες και η κεκαλυμμένη διαιώνιση των πατρώων τρόπων και αντιλήψεων είναι μία ακόμη απόδειξη για τη θέση που αρνείται την καθολική και θεληματική προσχώρηση των Ελλήνων στη χριστιανική θρησκεία, όπως δηλαδή μας διδάσκουν στα σχολεία μέχρι και σήμερα οι επινοητές του Ελληνοχριστιανικού παραμυθιού.
[6] Στο σημείο αυτό του κειμένου έχει διαπιστωθεί χάσμα.
[7] Σήμερα Αδριατική θάλασσα.
[8] Περίπου η σημερινή χερσόνησος του Αίμου (Βαλκανική).
[9] Προκόπιος, «Ανέκδοτα», 18. 19-21.
[10] Η λέξη δαίμων απέκτησε αρνητική σημασία από τους Χριστιανούς. Για τους Έλληνες σημαίνει θείες οντότητες που τοποθετούνται μεταξύ θεών και ανθρώπων, οι οποίες συνήθως επιτελούν θετικά έργα. Εξ ου και η λέξη «ευδαιμονία» (υπέρτατη ευτυχία) και το επίθετο «δαιμόνιος» συνώνυμο του πανέξυπνου και χαρισματικού ανθρώπου.
[11] Προκόπιος, «Ανέκδοτα», 18. 1-6.
[12] Στρατιωτικό Αξίωμα θεσπισμένο από τον Ιουστινιανό.
[13] Οι Ρωμαιοχριστιανοί όταν κατηγορούσαν κάποιον ως Έλληνα, στην ουσία τον αποκαλούσαν αιρετικό, αλλόθρησκο, προδότη, κ.α. Τόσο εξελληνισμένη ήταν η λεγόμενη «Βυζαντινή Αυτοκρατορία», η οποία φυσικά ουδέποτε υπήρξε με τέτοια επωνυμία, διότι απ’ ό,τι φαίνεται και από το κείμενο το κράτος ήταν αυστηρά ρωμαϊκό και η αυτοκρατορία Ρωμαϊκή.
[14] Προκόπιος, «Ανέκδοτα», 24. 5-8.
[15] Προκόπιος, «Ανέκδοτα», 26. 26-39.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου